Κείμενο
Η σύγχρονη οικονομική και διοικητική πραγματικότητα δεν μπορεί να εξεταστεί αποσπασματικά. Το ζήτημα δεν είναι μόνο ο φόρος, μόνο το δάνειο, μόνο η τράπεζα, μόνο ο servicer, μόνο το τεκμήριο ή μόνο η ψηφιοποίηση του κράτους. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά λειτουργούν αθροιστικά επάνω στον ίδιο άνθρωπο: στον πολίτη που προσπαθεί να επιβιώσει.
Ο πολίτης μπορεί να εμφανίζεται λογιστικά ως οφειλέτης, φορολογούμενος ή υπόχρεος. Πριν όμως εξεταστεί οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον του, πρέπει να εξεταστεί αν διαθέτει πραγματική οικονομική ικανότητα. Το Ελάχιστο Κόστος Διαβίωσης αποδεικνύει το αναγκαίο όριο κάτω από το οποίο η απαίτηση του κράτους ή τρίτων παύει να είναι δίκαιη, αναλογική και θεσμικά ανεκτή.
Η τραπεζική διάσταση επιβαρύνει ακόμη περισσότερο αυτή την πραγματικότητα. Ο πολίτης που συμβλήθηκε αρχικά με μία τράπεζα μπορεί να βρεθεί, χωρίς ουσιαστική διαπραγματευτική δύναμη, απέναντι σε funds, servicers, εταιρείες διαχείρισης και αλλοδαπές εταιρείες ειδικού σκοπού. Η σχέση γίνεται αδιαφανής. Ο πολίτης συχνά δεν γνωρίζει με απόλυτη σαφήνεια ποιος είναι ο τελικός δικαιούχος της απαίτησης, με ποια πράξη μεταβιβάστηκε η απαίτηση, ποιο είναι το πραγματικό υπόλοιπο, πώς υπολογίστηκε, ποιος έχει νομιμοποίηση και ποιος φέρει ευθύνη για λάθη, καταχρήσεις ή παράνομες πρακτικές.
Σε ένα κράτος δικαίου, καμία απαίτηση δεν μπορεί να στηρίζεται σε αδιαφάνεια. Όποιος ζητά χρήματα, κατάσχεση, πλειστηριασμό, ρύθμιση ή αναγνώριση οφειλής, οφείλει πρώτα να αποδείξει πλήρως την απαίτησή του. Η απόδειξη δεν μπορεί να αντικαθίσταται από τυπικές βεβαιώσεις, μαζικές πρακτικές ή επίκληση τραπεζικής αυθεντίας.
Το ίδιο ισχύει και για το κράτος. Όταν το κράτος φορολογεί, τεκμαίρει εισόδημα, επιβάλλει πρόστιμα, απαιτεί πληρωμές ή ενεργοποιεί μηχανισμούς αναγκαστικής είσπραξης, οφείλει να αποδεικνύει ότι ο πολίτης έχει πραγματική φοροδοτική ικανότητα. Δεν αρκεί η λογιστική υπόθεση. Δεν αρκεί το τεκμήριο. Δεν αρκεί η διοικητική αυτοματοποίηση. Η ανθρώπινη επιβίωση προηγείται της εισπρακτικής ευκολίας.
Η ψηφιοποίηση του κράτους μπορεί να είναι χρήσιμη όταν μειώνει τη γραφειοκρατία, εξυπηρετεί τον πολίτη και ενισχύει τη διαφάνεια. Όταν όμως μετατρέπεται σε ενιαίο σύστημα καθολικής ταυτοποίησης, εξάρτησης, παρακολούθησης και υποχρεωτικής ηλεκτρονικής πρόσβασης, τότε δημιουργεί νέο κίνδυνο: ο πολίτης να μην αντιμετωπίζεται πλέον ως φορέας δικαιωμάτων, αλλά ως καταχώριση μέσα σε έναν διοικητικό μηχανισμό.
Η σύνδεση τραπεζών, φορολογικής διοίκησης, ψηφιακής ταυτοποίησης, αναγκαστικής είσπραξης και οικονομικής αδυναμίας δημιουργεί ένα ενιαίο θεσμικό πρόβλημα. Ο πολίτης δεν μπορεί να αμυνθεί αποτελεσματικά όταν κάθε μηχανισμός λειτουργεί απομονωμένα, αλλά όλες οι συνέπειες σωρεύονται επάνω του.
Γι’ αυτό το Ελάχιστο Κόστος Διαβίωσης πρέπει να λειτουργεί ως βάση ελέγχου κάθε απαίτησης. Πριν από κάθε φορολογική επιβάρυνση, κατάσχεση, τραπεζική ρύθμιση, πλειστηριασμό ή διοικητική πράξη, πρέπει να εξετάζεται αν ο πολίτης διαθέτει πραγματικό πλεόνασμα μετά την κάλυψη των αναγκαίων δαπανών ζωής.
Αν δεν υπάρχει πλεόνασμα, τότε η απαίτηση δεν είναι απλώς οικονομικά δυσβάστακτη. Είναι θεσμικά προβληματική. Μετατρέπει την αδυναμία σε ενοχή, τη φτώχεια σε παράβαση, την επιβίωση σε φορολογητέα ύλη και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια σε υπόλοιπο λογαριασμού.
Το κράτος δεν μπορεί να ζητά από τον πολίτη να πληρώσει για κρίσεις που δεν δημιούργησε ο ίδιος. Δεν δημιούργησε ο πολίτης την τραπεζική κρίση. Δεν δημιούργησε ο πολίτης τη διάλυση της παραγωγικής βάσης. Δεν δημιούργησε ο πολίτης τις μνημονιακές συνθήκες. Δεν δημιούργησε ο πολίτης την κακοδιοίκηση, την αδιαφάνεια, την ανασφάλεια δικαίου, τις καθυστερήσεις της δικαιοσύνης, τη διάλυση κρίσιμων δημόσιων υπηρεσιών ή την απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
Επομένως, η ευθύνη δεν μπορεί να μεταφέρεται μονομερώς στον πολίτη. Η διοίκηση, οι τράπεζες, οι servicers, οι δημόσιοι λειτουργοί και κάθε φορέας που ασκεί εξουσία ή απαιτεί συμμόρφωση πρέπει να υπόκεινται σε πλήρη έλεγχο νομιμότητας, διαφάνειας, αναλογικότητας και προσωπικής ευθύνης.
Η θεσμική γραμμή είναι σαφής: πρώτα αποδεικνύεται η πραγματική οικονομική δυνατότητα του πολίτη, μετά εξετάζεται η απαίτηση. Πρώτα προστατεύεται το αναγκαίο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης, μετά συζητείται οποιαδήποτε οφειλή. Πρώτα αποδεικνύεται πλήρως η νομιμοποίηση εκείνου που απαιτεί, μετά ζητείται συμμόρφωση από τον πολίτη.
Χωρίς αυτή τη σειρά, δεν υπάρχει κράτος δικαίου. Υπάρχει μόνο μηχανισμός είσπραξης, πίεσης και διοικητικής υπεροχής.