Κείμενο
Η αίτηση οικονομικής βοήθειας προς τον Δήμο γίνεται πολύ ισχυρότερη όταν συνοδεύεται από αναλυτικό υπολογισμό του Ελάχιστου Κόστους Διαβίωσης. Ο υπολογισμός αυτός δείχνει, με συγκεκριμένα στοιχεία, ποιο ποσό απαιτείται κάθε μήνα για να μπορεί ο πολίτης ή η οικογένειά του να καλύπτει τις απολύτως αναγκαίες δαπάνες διατροφής, στέγασης, ενέργειας, υγείας, μετακίνησης, επικοινωνίας, κοινωνικής συμμετοχής και λοιπών βασικών αναγκών.
Με αυτόν τον τρόπο, η οικονομική αδυναμία παύει να είναι αόριστη. Γίνεται μετρήσιμη. Αν το πραγματικό εισόδημα είναι 1.000 ευρώ και το ελάχιστο τεκμηριωμένο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης είναι 1.450 ευρώ, τότε υπάρχει συγκεκριμένο μηνιαίο έλλειμμα 450 ευρώ. Αυτό το έλλειμμα δεν είναι φανταστικό. Είναι το ποσό που λείπει από τον πολίτη για να ζει με αξιοπρέπεια.
Η τεκμηρίωση αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην αίτηση προς τον Δήμο για να ζητηθεί συγκεκριμένη οικονομική ενίσχυση ή άλλη κατάλληλη μορφή κοινωνικής προστασίας. Παράλληλα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε επόμενα στάδια, αν η Διοίκηση απορρίψει το αίτημα ή το αγνοήσει.
Η σύνδεση της αίτησης με το Ελάχιστο Κόστος Διαβίωσης δημιουργεί έναν πλήρη αποδεικτικό φάκελο. Ο πολίτης δεν περιορίζεται στο να πει ότι δυσκολεύεται. Αποδεικνύει με αριθμούς ότι οι απαιτήσεις του κράτους, οι φόροι, τα τεκμήρια, οι κατασχέσεις, οι ρυθμίσεις ή οι λοιπές οικονομικές επιβαρύνσεις δεν μπορούν να εξετάζονται αποκομμένα από το πραγματικό κόστος ζωής.
Έτσι, κάθε διοικητικό όργανο τίθεται μπροστά στο ουσιαστικό ερώτημα: μπορεί να ζητείται από έναν πολίτη να πληρώσει, όταν πρώτα δεν του αναγνωρίζεται και δεν του διασφαλίζεται το ποσό που απαιτείται για να ζει ως άνθρωπος με αξιοπρέπεια;



