Κείμενο
Η προστασία των κτηματολογικών δεδομένων του πολίτη απαιτεί οργανωμένη και σταδιακή ενέργεια. Δεν αρκεί να διαμαρτυρηθεί κάποιος εκ των υστέρων, όταν έχει ήδη γίνει πρόσβαση, διαβίβαση ή χρήση των δεδομένων του για κατάσχεση, δέσμευση ή αναγκαστική εκτέλεση. Πρέπει να δημιουργηθεί εγκαίρως επίσημος φάκελος προστασίας.
Πρώτο βήμα είναι η ενημέρωση του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου για την ύπαρξη εκκρεμών διοικητικών, δικαστικών ή εξώδικων υποθέσεων. Αν υπάρχουν προσφυγές, αιτήσεις αναστολής, εξώδικες δηλώσεις, καταγγελίες, αιτήσεις θεραπείας ή δικόγραφα, πρέπει να γνωστοποιούνται με αριθμούς πρωτοκόλλου ή κατάθεσης, ώστε να αποδεικνύεται ότι η υπόθεση δεν είναι οριστική ή αδιαμφισβήτητη.
Δεύτερο βήμα είναι η άσκηση δικαιωμάτων GDPR. Ο πολίτης ζητά να ενημερωθεί ποια προσωπικά και περιουσιακά δεδομένα τηρούνται, ποιοι έχουν πρόσβαση, για ποιον σκοπό γίνεται η επεξεργασία, σε ποιους διαβιβάζονται τα δεδομένα και ποια μέτρα προστασίας εφαρμόζονται. Ζητά επίσης περιορισμό κάθε μη αναγκαίας, μη αιτιολογημένης ή αυτοματοποιημένης πρόσβασης.
Τρίτο βήμα είναι το αίτημα χορήγησης ιστορικού πρόσβασης. Ο πολίτης πρέπει να ζητά αναλυτική ενημέρωση για κάθε πρόσβαση στα κτηματολογικά του δεδομένα: ημερομηνία, ώρα, υπηρεσία, πληροφοριακό σύστημα, σκοπός, νόμιμη βάση και δεδομένα που αντλήθηκαν ή διαβιβάστηκαν.
Τέταρτο βήμα είναι το αίτημα μη πρόσβασης ή μη διαβίβασης προς την ΑΑΔΕ χωρίς προηγούμενη ενημέρωση. Το αίτημα αυτό πρέπει να διατυπώνεται ως αίτημα διαφάνειας, περιορισμού επεξεργασίας, εναντίωσης σε μη αναγκαία πρόσβαση και προστασίας από αιφνιδιαστική ηλεκτρονική κατάσχεση.
Πέμπτο βήμα είναι η ειδική επιφύλαξη για μελλοντικές καταθέσεις στο Κτηματολόγιο. Ο πολίτης δηλώνει ότι κάθε μελλοντικό έγγραφο, δήλωση, διόρθωση ή κατάθεση που θα προσκομίσει δεν πρέπει να διαβιβάζεται ή να καθίσταται προσβάσιμο στην ΑΑΔΕ ή σε συνδεδεμένα πληροφοριακά συστήματα χωρίς ειδική νόμιμη βάση, αιτιολόγηση και προηγούμενη ενημέρωση.
Έκτο βήμα είναι η ενημέρωση του Υπευθύνου Προστασίας Δεδομένων του Κτηματολογίου. Ο πολίτης ζητά ειδική απάντηση για το ποια είναι η νόμιμη βάση της διαβίβασης προς την ΑΑΔΕ, αν υπάρχει αυτοματοποιημένη πρόσβαση, ποια δεδομένα αντλούνται, αν τηρούνται logs και πώς προστατεύονται τα δικαιώματα του υποκειμένου των δεδομένων.
Έβδομο βήμα είναι η προετοιμασία καταγγελίας στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, εφόσον δεν δοθεί απάντηση, δοθεί αόριστη απάντηση ή προκύψει ότι έγινε πρόσβαση ή διαβίβαση χωρίς πλήρη ενημέρωση, αναγκαιότητα, αναλογικότητα και νόμιμη βάση.
Όγδοο βήμα είναι η ένταξη όλων αυτών στον φάκελο του Διοικητικού Πρωτοδικείου. Αν υπάρχει υπόθεση κατά της ΑΑΔΕ, κατά πράξης κατάσχεσης ή κατά άλλης διοικητικής ενέργειας, τα αιτήματα προς το Κτηματολόγιο και οι απαντήσεις ή σιωπές των υπηρεσιών πρέπει να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά στοιχεία.
Η λογική είναι απλή: τα κτηματολογικά δεδομένα δεν είναι ουδέτερες τεχνικές εγγραφές. Είναι στοιχεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να εντοπιστεί, δεσμευθεί ή κατασχεθεί η περιουσία του πολίτη. Για τον λόγο αυτό, κάθε πρόσβαση πρέπει να είναι νόμιμη, ειδική, αιτιολογημένη, αναγκαία, αναλογική και καταγεγραμμένη.
Η προστασία δεν γίνεται για να εμποδιστεί η νόμιμη διαδικασία. Γίνεται για να μη μετατραπεί η ψηφιακή διασύνδεση Κτηματολογίου, ΑΑΔΕ και λοιπών αρχών σε μηχανισμό αιφνιδιαστικής περιουσιακής βλάβης χωρίς ενημέρωση και χωρίς πραγματική δυνατότητα άμυνας.






