Η Ρύθμιση ως Πράξη Ανάγκης και όχι ως Ελεύθερη Αναγνώριση Οφειλής

Η Ρύθμιση ως Πράξη Ανάγκης και όχι ως Ελεύθερη Αναγνώριση Οφειλής

Περίληψη

Η είσοδος σε ρύθμιση δεν σημαίνει πάντοτε ελεύθερη και πλήρη αναγνώριση της οφειλής. Σε πολλές περιπτώσεις ο πολίτης ρυθμίζει υπό πίεση, για να αποφύγει κατάσχεση, απώλεια ενημερότητας, επαγγελματικό αποκλεισμό ή άμεση οικονομική βλάβη.

Κείμενο

image

Η ρύθμιση δεν είναι πάντοτε ελεύθερη αποδοχή. Μπορεί να είναι πράξη ανάγκης.

Σε πολλές περιπτώσεις ο πολίτης δεν μπαίνει σε ρύθμιση επειδή συμφωνεί πλήρως με την οφειλή, επειδή έχει ελέγξει όλα τα στοιχεία, επειδή έχει πειστεί για τον υπολογισμό ή επειδή έχει πραγματική οικονομική δυνατότητα πληρωμής. Μπαίνει σε ρύθμιση επειδή βρίσκεται υπό πίεση.

image

Μπορεί να φοβάται κατάσχεση. Μπορεί να χρειάζεται ασφαλιστική ή φορολογική ενημερότητα. Μπορεί να κινδυνεύει να χάσει δουλειά, έργο, λογαριασμό, περιουσία ή επαγγελματική δυνατότητα. Μπορεί να θέλει απλώς να κερδίσει χρόνο για να προστατεύσει την οικογένεια ή την επιχείρησή του.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ρύθμιση δεν πρέπει να ερμηνεύεται μηχανικά ως πλήρης, ελεύθερη και ενημερωμένη αναγνώριση της οφειλής. Πρέπει να εξετάζεται το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε.

1. Η ανάγκη αλλοιώνει την ελευθερία της επιλογής

Η ελεύθερη επιλογή προϋποθέτει πραγματική δυνατότητα επιλογής. Αν ο πολίτης βρίσκεται μπροστά σε άμεσο κίνδυνο κατάσχεσης, δέσμευσης λογαριασμού, απώλειας ενημερότητας ή επαγγελματικής αδυναμίας, τότε η επιλογή του δεν είναι πάντοτε ελεύθερη με την ουσιαστική έννοια.
Όταν κάποιος ρυθμίζει για να αποφύγει άμεση βλάβη, δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι συμφωνεί με όλα τα στοιχεία της απαίτησης. Μπορεί απλώς να επιλέγει τη μικρότερη ζημία.

image

Η Διοίκηση δεν πρέπει να χρησιμοποιεί αυτή την πράξη ανάγκης ως τεκμήριο πλήρους συναίνεσης. Η ανάγκη επιβίωσης, η ανάγκη προστασίας της εργασίας και η ανάγκη αποφυγής άμεσης ζημίας δεν μπορούν να μετατρέπονται σε απόδειξη ελεύθερης αποδοχής.

image

2. Η ρύθμιση δεν θεραπεύει την έλλειψη ελέγχου
Αν πριν από τη ρύθμιση δεν έχει προηγηθεί πλήρης έλεγχος της απαίτησης, τότε η ρύθμιση δεν θεραπεύει το πρόβλημα. Δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι η απαίτηση ήταν νόμιμη, ορθή, αιτιολογημένη ή αναλογική.
Ο πολίτης μπορεί να έχει ρυθμίσει χωρίς να έχει λάβει πλήρη ανάλυση της οφειλής. Μπορεί να μην έχει δει τις προσαυξήσεις αναλυτικά. Μπορεί να μην γνωρίζει αν υπάρχουν λάθη στις περιόδους, στην ασφαλιστική κατηγορία, στην παράλληλη ασφάλιση, στη διακοπή δραστηριότητας ή στον υπολογισμό.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ρύθμιση δεν πρέπει να κλείνει τον δρόμο στον έλεγχο. Αντίθετα, πρέπει να παραμένει ανοιχτό το δικαίωμα του πολίτη να ζητήσει διαφάνεια, αιτιολογία και επανεξέταση.

3. Η ρύθμιση δεν αποδεικνύει πραγματική δυνατότητα πληρωμής
Το ότι κάποιος μπήκε σε ρύθμιση δεν σημαίνει ότι μπορούσε πράγματι να πληρώνει τη δόση χωρίς να θίξει την αξιοπρεπή διαβίωσή του.

Πολλές φορές ο πολίτης αποδέχεται μια δόση όχι επειδή είναι βιώσιμη, αλλά επειδή δεν έχει άλλη άμεση επιλογή. Προσπαθεί να κρατήσει ανοιχτή την επαγγελματική του δραστηριότητα, να αποφύγει μέτρα, να μη χάσει ενημερότητα ή να προστατεύσει έναν λογαριασμό.
Μια τέτοια ρύθμιση μπορεί να είναι τεχνικά ενεργή αλλά ουσιαστικά μη βιώσιμη. Μπορεί να οδηγεί τον πολίτη σε συνεχή πίεση, σε περικοπή βασικών αναγκών ή σε νέα αδυναμία πληρωμής.

Γι’ αυτό κάθε ρύθμιση πρέπει να ελέγχεται με βάση το ερώτημα:

Μετά την καταβολή της δόσης, μπορεί ο πολίτης να ζήσει με αξιοπρέπεια;
Αν η απάντηση είναι όχι, τότε η ρύθμιση δεν είναι πραγματική λύση. Είναι παράταση της βλάβης.
4. Η ρύθμιση δεν πρέπει να οδηγεί σε σιωπή

Ένα από τα πιο επικίνδυνα αποτελέσματα της ρύθμισης είναι ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να σιωπήσει ο πολίτης. Να του ειπωθεί ότι, αφού ρύθμισε, δεν μπορεί πλέον να αμφισβητεί, να ζητά στοιχεία, να ελέγχει, να προσφεύγει ή να μιλά για βλάβη.

Αυτή η λογική είναι προβληματική. Ο πολίτης που ρυθμίζει υπό πίεση δεν παραιτείται αυτομάτως από το δικαίωμα να γνωρίζει, να ελέγχει και να αμφισβητεί.
Η ρύθμιση μπορεί να είναι μέτρο προσωρινής προστασίας. Δεν πρέπει να μετατρέπεται σε μηχανισμό παραίτησης από δικαιώματα.
5. Η ανάγκη ρητής επιφύλαξης δικαιωμάτων

Όταν ο πολίτης μπαίνει σε ρύθμιση υπό πίεση, πρέπει, όπου είναι δυνατόν, να διατυπώνει ρητή επιφύλαξη δικαιωμάτων. Δηλαδή να καθιστά σαφές ότι η ρύθμιση γίνεται για λόγους ανάγκης, προστασίας και αποφυγής άμεσης βλάβης, χωρίς παραίτηση από το δικαίωμα ελέγχου, αμφισβήτησης ή προσφυγής.
Η επιφύλαξη αυτή έχει μεγάλη σημασία. Δείχνει ότι ο πολίτης δεν αποδέχεται άκριτα την οφειλή. Δείχνει ότι δεν παραιτείται από την απαίτηση διαφάνειας. Δείχνει ότι δεν θεωρεί τη ρύθμιση πλήρη και ελεύθερη αναγνώριση όλων των στοιχείων της απαίτησης.

Μια ενδεικτική διατύπωση θα μπορούσε να είναι:

Η παρούσα ρύθμιση γίνεται αποκλειστικά για την αποφυγή άμεσης οικονομικής, επαγγελματικής ή διοικητικής βλάβης, με ρητή επιφύλαξη παντός νόμιμου δικαιώματος αμφισβήτησης της οφειλής, ελέγχου του υπολογισμού, προσβολής πράξεων, αναζήτησης στοιχείων και διεκδίκησης αποζημίωσης όπου συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Η ακριβής χρήση μιας τέτοιας διατύπωσης πρέπει κάθε φορά να προσαρμόζεται στην υπόθεση και στα διαθέσιμα ένδικα ή διοικητικά μέσα. Όμως η λογική είναι σταθερή: η ρύθμιση δεν πρέπει να εμφανίζεται ως σιωπηρή παραίτηση.

6. Πώς αποδεικνύεται ότι η ρύθμιση έγινε υπό πίεση

Για να υποστηριχθεί ότι η ρύθμιση έγινε ως πράξη ανάγκης, πρέπει να συγκεντρώνονται στοιχεία που δείχνουν την πίεση κάτω από την οποία βρέθηκε ο πολίτης.
Τέτοια στοιχεία μπορεί να είναι:
ατομικές ειδοποιήσεις,
απειλές μέτρων αναγκαστικής είσπραξης,

δεσμεύσεις λογαριασμών,

κατασχέσεις ή προειδοποιήσεις κατάσχεσης,

απώλεια ή κίνδυνος απώλειας ασφαλιστικής ενημερότητας,
απώλεια ή κίνδυνος απώλειας φορολογικής ενημερότητας,
κίνδυνος απώλειας έργου, σύμβασης ή επαγγελματικής δυνατότητας,
ανάγκη συμμετοχής σε δημόσιο έργο ή πληρωμής από δημόσιο φορέα,
αλληλογραφία με τη Διοίκηση,
αιτήσεις για στοιχεία που δεν απαντήθηκαν,

οικονομικά στοιχεία που δείχνουν έλλειψη πραγματικής δυνατότητας πληρωμής,

και κάθε έγγραφο που αποδεικνύει ότι η ρύθμιση δεν έγινε από άνεση, αλλά από ανάγκη.

Η απόδειξη της πίεσης είναι κρίσιμη, γιατί δείχνει ότι η επιλογή του πολίτη δεν έγινε σε κανονικές συνθήκες. Έγινε μέσα σε πλαίσιο φόβου, κινδύνου ή ανάγκης αποφυγής μεγαλύτερης ζημίας.
7. Η ρύθμιση ως προσωρινή προστασία
Η ρύθμιση μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να είναι χρήσιμο εργαλείο προσωρινής προστασίας. Μπορεί να αποτρέψει άμεσα μέτρα, να διατηρήσει ενημερότητα, να δώσει χρόνο στον πολίτη να οργανώσει τον φάκελό του ή να αποφύγει μια ξαφνική οικονομική κατάρρευση.

Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η ρύθμιση είναι και τελική λύση. Μπορεί να είναι απλώς ανάχωμα. Μπορεί να είναι μέσο για να κερδηθεί χρόνος. Μπορεί να είναι πρακτική κίνηση άμυνας μέχρι να ελεγχθεί η απαίτηση.
Γι’ αυτό ο πολίτης δεν πρέπει να μπαίνει σε ρύθμιση και μετά να σταματά την αναζήτηση στοιχείων. Αντίθετα, πρέπει να χρησιμοποιεί τον χρόνο που κερδίζει για να ζητήσει αναλύσεις, να ελέγξει την οφειλή, να οργανώσει τα οικονομικά στοιχεία, να υπολογίσει το ελάχιστο κόστος διαβίωσης και να εξετάσει τα διαθέσιμα ένδικα ή διοικητικά μέσα.
8. Η Διοίκηση δεν πρέπει να εκμεταλλεύεται την ανάγκη

Η Διοίκηση δεν πρέπει να εκμεταλλεύεται την ανάγκη του πολίτη για να εμφανίζει τη ρύθμιση ως καθαρή και ανεπιφύλακτη αποδοχή.
Όταν ο πολίτης ρυθμίζει επειδή κινδυνεύει να χάσει ενημερότητα, να δεσμευτεί λογαριασμός ή να καταρρεύσει επαγγελματικά, η Διοίκηση γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει ότι η πράξη αυτή γίνεται μέσα σε συνθήκες πίεσης.

Η χρηστή διοίκηση απαιτεί να μη μετατρέπεται η ανάγκη σε παγίδα. Δεν είναι θεμιτό να οδηγείται ο πολίτης σε ρύθμιση λόγω πίεσης και μετά να του λέγεται ότι με τη ρύθμιση αποδέχθηκε πλήρως και οριστικά όλα τα στοιχεία της απαίτησης.

9. Η βασική θέση

Η βασική θέση είναι η εξής:
Η ρύθμιση που γίνεται για την αποφυγή άμεσης βλάβης δεν πρέπει να θεωρείται αυτομάτως ελεύθερη, πλήρης και ανεπιφύλακτη αναγνώριση οφειλής.
Πρέπει να εξετάζεται το πλαίσιο. Πρέπει να εξετάζεται αν ο πολίτης είχε πλήρη στοιχεία. Πρέπει να εξετάζεται αν υπήρχε πραγματική δυνατότητα επιλογής. Πρέπει να εξετάζεται αν η ρύθμιση ήταν βιώσιμη. Πρέπει να εξετάζεται αν έγινε με ή χωρίς επιφύλαξη δικαιωμάτων.

Συμπέρασμα
Η ρύθμιση μπορεί να είναι χρήσιμο εργαλείο. Δεν πρέπει όμως να μετατρέπεται σε μηχανισμό σιωπής, παραίτησης και έμμεσης αναγνώρισης μιας απαίτησης που δεν έχει ελεγχθεί.

Ο πολίτης που ρυθμίζει υπό πίεση δεν παύει να έχει δικαιώματα. Δεν χάνει το δικαίωμα να ζητήσει στοιχεία. Δεν χάνει το δικαίωμα να ελέγξει τον υπολογισμό. Δεν χάνει το δικαίωμα να αμφισβητήσει την οφειλή. Δεν χάνει το δικαίωμα να ζητήσει προστασία ή αποζημίωση, όταν η ίδια η κρατική λειτουργία προκάλεσε ή επέτεινε τη βλάβη του.

Η ρύθμιση πρέπει να κρίνεται μέσα στο πραγματικό της πλαίσιο. Αν είναι πράξη ανάγκης, δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως ελεύθερη και ανεπιφύλακτη συναίνεση.

Ο πολίτης δεν πρέπει να οδηγείται πρώτα σε ρύθμιση και μετά σε σιωπή. Πρέπει να έχει δικαίωμα στη ρύθμιση, αλλά και δικαίωμα στον έλεγχο.