Κείμενο
Δεν ζητούμε απλώς καλύτερη ρύθμιση. Ζητούμε πρώτα έλεγχο νομιμότητας, διαφάνειας και πραγματικής δυνατότητας πληρωμής.
Η θέση μας απέναντι στον εξωδικαστικό μηχανισμό και στη λογική των δόσεων είναι ριζικά διαφορετική από τη συνήθη αντίληψη. Δεν θεωρούμε αυτονόητο ότι κάθε απαίτηση, μόλις εμφανιστεί ως οφειλή, πρέπει να μετατραπεί σε πρόγραμμα πληρωμής. Δεν θεωρούμε ότι το βασικό ερώτημα είναι πόσες δόσεις μπορεί να αντέξει ο πολίτης. Το πρώτο ερώτημα είναι αν η απαίτηση είναι νόμιμη, πλήρως αιτιολογημένη, αποδεδειγμένη, αναλογική και συμβατή με την αξιοπρεπή διαβίωση.
Ο εξωδικαστικός μηχανισμός, όπως συχνά εφαρμόζεται στη συνείδηση του πολίτη, εμφανίζεται ως λύση. Στην πραγματικότητα όμως μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός μετατροπής μιας αμφισβητούμενης κατάστασης σε αποδεκτή οφειλή. Ο πολίτης καλείται να εισέλθει σε μια διαδικασία όπου το βάρος μετατοπίζεται από την αμφισβήτηση της απαίτησης στην εξεύρεση τρόπου πληρωμής της. Έτσι, το κέντρο βάρους δεν είναι πλέον η νομιμότητα, η διαφάνεια, η αιτιολογία ή η αναλογικότητα, αλλά η προσαρμογή του πολίτη σε ένα σχήμα δόσεων.
Αυτό είναι ακριβώς το σημείο στο οποίο διαφωνούμε κάθετα. Η δόση δεν είναι από μόνη της προστασία. Η δόση μπορεί να είναι απλώς η τεχνική μορφή με την οποία παγιώνεται μια επιβάρυνση. Μπορεί να μετατρέψει μια απαίτηση που έπρεπε πρώτα να ελεγχθεί σε μακροχρόνια οικονομική υποχρέωση. Μπορεί να εμφανίσει ως “ρύθμιση” αυτό που στην πραγματικότητα είναι αποδοχή, παράταση και θεσμική νομιμοποίηση της βλάβης.
1. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος της δόσης
Η συνηθισμένη προσέγγιση ξεκινά από το ερώτημα: “Πόσα μπορεί να πληρώνει ο πολίτης κάθε μήνα;” Αυτή η ερώτηση όμως είναι μεταγενέστερη. Δεν μπορεί να προηγείται του ελέγχου της ίδιας της απαίτησης. Πριν συζητηθεί οποιαδήποτε δόση, πρέπει να έχουν απαντηθεί καθαρά ερωτήματα:
Είναι η απαίτηση πλήρως τεκμηριωμένη;
Έχει ο πολίτης λάβει όλα τα στοιχεία που θεμελιώνουν την απαίτηση;
Έχει εξηγηθεί με σαφήνεια η αιτία, ο τρόπος υπολογισμού και η νομική βάση;
Έχει ελεγχθεί η αναλογικότητα της επιβάρυνσης;
Έχει ληφθεί υπόψη η πραγματική δυνατότητα πληρωμής;
Έχει διασφαλιστεί ότι δεν θίγεται η αξιοπρεπής διαβίωση;
Έχει εξεταστεί αν η απαίτηση υπερβαίνει τη φοροδοτική ή οικονομική ικανότητα του πολίτη;
Αν αυτά δεν έχουν προηγηθεί, τότε η συζήτηση περί δόσεων είναι πρόωρη και προβληματική. Διότι οδηγεί τον πολίτη να συζητά τον τρόπο πληρωμής πριν ακόμη έχει αποδειχθεί πλήρως ότι οφείλει, πόσα οφείλει και αν η απαίτηση μπορεί θεσμικά να επιβληθεί με αυτόν τον τρόπο.
2. Η ρύθμιση μπορεί να λειτουργήσει ως έμμεση αποδοχή
Η είσοδος σε μηχανισμό ρύθμισης δεν είναι μια ουδέτερη πράξη. Σε πολλές περιπτώσεις δημιουργεί την πρακτική εντύπωση ότι ο πολίτης αποδέχεται την ύπαρξη, το ύψος και τη βάση της οφειλής. Ακόμη και όταν ο ίδιος δεν έχει πλήρη επίγνωση των συνεπειών, η διαδικασία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα ότι “ρύθμισε”, “αποδέχθηκε”, “συνεργάστηκε” ή “αναγνώρισε” την υποχρέωση.
Αυτό είναι εξαιρετικά σοβαρό. Διότι ο πολίτης μπορεί να οδηγηθεί σε μια διαδικασία όχι επειδή πείστηκε για τη νομιμότητα της απαίτησης, αλλά επειδή φοβάται τα μέτρα αναγκαστικής είσπραξης, τις προσαυξήσεις, τις δεσμεύσεις, την απώλεια περιουσίας ή τον κοινωνικό και οικονομικό αποκλεισμό. Μια τέτοια “αποδοχή” δεν είναι πραγματικά ελεύθερη. Είναι συχνά αποτέλεσμα πίεσης.
Η δική μας προσέγγιση επιμένει ότι η οικονομική αδυναμία και ο φόβος δεν πρέπει να μετατρέπονται σε τεκμήριο συναίνεσης. Ο πολίτης που μπαίνει σε ρύθμιση για να αποφύγει άμεση βλάβη δεν σημαίνει ότι παραιτείται από το δικαίωμά του να ελέγξει, να αμφισβητήσει και να ζητήσει πλήρη διαφάνεια.
3. Ο εξωδικαστικός μηχανισμός δεν απαντά κατ’ ανάγκη στο ζήτημα της αρχικής αδικίας
Το ουσιώδες πρόβλημα δεν είναι πάντα η έλλειψη μηχανισμού αποπληρωμής. Πολλές φορές το ουσιώδες πρόβλημα είναι η ίδια η παραγωγή της απαίτησης, η αδιαφάνεια, η έλλειψη αιτιολογίας, η έλλειψη πραγματικής πρόσβασης στον φάκελο, η μη συνεκτίμηση της προσωπικής κατάστασης του πολίτη και η μη στάθμιση της αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Αν η αρχική απαίτηση είναι προβληματική, τότε η ρύθμισή της δεν θεραπεύει το πρόβλημα. Απλώς το μεταφέρει στον χρόνο. Ο πολίτης δεν απαλλάσσεται από την αδικία· την πληρώνει σταδιακά. Δεν αποκαθίσταται η διαφάνεια· απλώς αντικαθίσταται από πίνακα δόσεων. Δεν αποδεικνύεται η νομιμότητα· υποκαθίσταται από διοικητική ή πλατφορμική διαδικασία.
Η ρύθμιση, λοιπόν, μπορεί να είναι τεχνικά οργανωμένη αλλά ουσιαστικά άδικη, αν δεν προηγηθεί πλήρης έλεγχος της βάσης της απαίτησης.
4. Η δόση δεν πρέπει να καταστρέφει την αξιοπρεπή διαβίωση
Ακόμη και όταν μια απαίτηση είναι υπαρκτή, δεν αρκεί να διασπαστεί σε δόσεις. Πρέπει να εξεταστεί αν οι δόσεις αυτές είναι πραγματικά βιώσιμες. Βιώσιμη δεν είναι η δόση που απλώς μπορεί να αφαιρεθεί από έναν τραπεζικό λογαριασμό. Βιώσιμη είναι η δόση που αφήνει στον πολίτη επαρκή μέσα για στέγη, τροφή, ενέργεια, υγεία, μετακίνηση, οικογενειακές υποχρεώσεις και αξιοπρεπή συμμετοχή στην κοινωνική ζωή.
Αν μια ρύθμιση αφήνει τον πολίτη τυπικά “ενήμερο” αλλά ουσιαστικά αδύναμο να ζήσει, τότε δεν είναι πραγματική λύση. Είναι μορφή παρατεταμένης οικονομικής πίεσης. Το γεγονός ότι η οφειλή εξυπηρετείται δεν σημαίνει ότι η ζωή του πολίτη προστατεύεται.
Η δική μας θέση είναι ότι κάθε οικονομική απαίτηση πρέπει να σταθμίζεται με βάση το ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης. Δεν μπορεί να σχεδιάζεται η δόση πρώτα και η ζωή του πολίτη μετά. Πρώτα πρέπει να διασφαλίζεται το επίπεδο διαβίωσης και μετά να εξετάζεται αν υπάρχει πραγματικό περιθώριο πληρωμής.
5. Η διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπει τον πολίτη σε διαχειριστή της βλάβης του
Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα της λογικής των δόσεων είναι ότι μεταφέρει στον πολίτη την ευθύνη να “διαχειριστεί” τη βλάβη που υφίσταται. Αντί να εξετάζεται θεσμικά αν η επιβάρυνση είναι νόμιμη, δίκαιη και ανεκτή, ο πολίτης καλείται να βρει τρόπο να προσαρμοστεί σε αυτήν. Έτσι το πρόβλημα εξατομικεύεται.
Ο πολίτης εμφανίζεται ως κάποιος που πρέπει να οργανώσει καλύτερα τις πληρωμές του, να μειώσει τις ανάγκες του, να πιέσει την οικογένειά του, να θυσιάσει ποιότητα ζωής, να αναβάλει βασικές ανάγκες και να αποδεχθεί μια μακρά περίοδο οικονομικού περιορισμού. Η διοικητική ή οικονομική βλάβη παύει να φαίνεται ως θεσμικό ζήτημα και παρουσιάζεται ως πρόβλημα προσωπικής διαχείρισης.
Αυτή η μετατόπιση είναι απαράδεκτη. Η δική μας θέση είναι ότι η βλάβη πρέπει να επιστρέψει εκεί όπου ανήκει: στον θεσμικό έλεγχο, στην τεκμηρίωση, στην αιτιολογία, στην ευθύνη των οργάνων, στη νομιμότητα της απαίτησης και στη συμβατότητά της με το κράτος δικαίου.
6. Η πραγματική προστασία δεν είναι η ρύθμιση, αλλά η τεκμηριωμένη άμυνα
Η πραγματική προστασία του πολίτη δεν αρχίζει με την αποδοχή δόσεων. Αρχίζει με την οργάνωση του φακέλου, τη συλλογή των στοιχείων, την ανάλυση της απαίτησης, τον έλεγχο της αιτιολογίας, την οικονομική αποτύπωση της πραγματικής δυνατότητας πληρωμής, την τεκμηρίωση του ελάχιστου κόστους διαβίωσης και την ανάδειξη κάθε στοιχείου αδιαφάνειας ή δυσαναλογίας.
Αυτό σημαίνει ότι ο πολίτης δεν πρέπει να οδηγείται βιαστικά σε μια ρύθμιση απλώς επειδή αυτή εμφανίζεται ως διαθέσιμη λύση. Πρέπει πρώτα να ξέρει τι αποδέχεται, τι αμφισβητεί, τι χάνει, τι διατηρεί και ποια δικαιώματα μπορεί να ασκήσει.
Η στρατηγική μας δεν είναι στρατηγική αποφυγής. Είναι στρατηγική ελέγχου. Δεν λέμε ότι καμία απαίτηση δεν πρέπει ποτέ να πληρωθεί. Λέμε ότι καμία απαίτηση δεν πρέπει να μετατρέπεται άκριτα σε μακροχρόνια οικονομική δέσμευση πριν αποδειχθεί πλήρως και πριν ελεγχθεί η συμβατότητά της με την πραγματική ζωή του πολίτη.
7. Η δική μας κεντρική θέση
Η κεντρική θέση μας μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:
Δεν αποδεχόμαστε ως αυτονόητη λύση τον εξωδικαστικό μηχανισμό όταν αυτός λειτουργεί ως διαδικασία προσαρμογής του πολίτη σε μια απαίτηση που δεν έχει προηγουμένως ελεγχθεί ουσιαστικά. Δεν θεωρούμε τη δόση από μόνη της προστασία. Δεν θεωρούμε ότι η επιμήκυνση της πληρωμής θεραπεύει την έλλειψη διαφάνειας, την έλλειψη αιτιολογίας, τη δυσαναλογία ή την προσβολή της αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Πριν από κάθε ρύθμιση πρέπει να προηγείται πλήρης έλεγχος. Πριν από κάθε δόση πρέπει να υπάρχει τεκμηρίωση. Πριν από κάθε αποδοχή πρέπει να υπάρχει διαφάνεια. Πριν από κάθε πρόγραμμα πληρωμής πρέπει να έχει διασφαλιστεί ότι ο πολίτης μπορεί να ζήσει με αξιοπρέπεια.
Δεν ζητούμε απλώς περισσότερες δόσεις. Ζητούμε να σταματήσει η λογική που μετατρέπει την αμφισβητούμενη ή δυσανάλογη απαίτηση σε “τακτοποιημένη” οφειλή, χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστική θεσμική κρίση.
8. Η πρακτική συνέπεια της θέσης μας
Η πρακτική συνέπεια είναι σαφής. Σε κάθε υπόθεση πρέπει πρώτα να γίνεται:
πλήρης καταγραφή της απαίτησης,
έλεγχος της νομικής και πραγματικής βάσης,
αίτημα για πλήρη στοιχεία και διαφάνεια,
οικονομική αποτύπωση της πραγματικής δυνατότητας πληρωμής,
υπολογισμός ελάχιστου κόστους διαβίωσης,
έλεγχος αναλογικότητας,
εντοπισμός ευθυνών,
και μόνο κατόπιν αξιολόγηση του αν οποιαδήποτε ρύθμιση μπορεί να συζητηθεί.
Αν η διαδικασία παρακάμπτει αυτά τα στάδια, τότε δεν είναι πραγματική προστασία. Είναι μηχανισμός πειθάρχησης του πολίτη σε μια απαίτηση που δεν έχει ελεγχθεί επαρκώς.
Συμπέρασμα
Η θέση μας είναι καθαρή: ο εξωδικαστικός μηχανισμός και η λογική των δόσεων δεν μπορούν να παρουσιάζονται ως αυτονόητη λύση για κάθε περίπτωση. Μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να αποτελούν εργαλείο διαχείρισης. Δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν τον έλεγχο νομιμότητας, τη διαφάνεια, την αιτιολόγηση, την αναλογικότητα και την προστασία της αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Ο πολίτης δεν πρέπει να οδηγείται πρώτα σε δόσεις και μετά σε σιωπή. Πρέπει πρώτα να έχει στοιχεία, γνώση, άμυνα, τεκμηρίωση και πραγματική δυνατότητα επιλογής.




