Η Ριζική Διαφωνία μας με τη Λογική των Δόσεων έναντι του ΕΦΚΑ

Η Ριζική Διαφωνία μας με τη Λογική των Δόσεων έναντι του ΕΦΚΑ

Περίληψη

Δεν ζητούμε απλώς περισσότερες δόσεις προς τον ΕΦΚΑ. Αμφισβητούμε τη λογική που μετατρέπει μια ασφαλιστική απαίτηση, πιθανώς ατεκμηρίωτη, εσφαλμένα υπολογισμένη, δυσανάλογη ή κοινωνικά μη ανεκτή, σε πρόγραμμα μακροχρόνιας πληρωμής χωρίς προηγούμενο ουσιαστικό έλεγχο.

Κείμενο

Δεν ζητούμε απλώς καλύτερη ρύθμιση προς τον ΕΦΚΑ. Ζητούμε πρώτα έλεγχο νομιμότητας, διαφάνειας, αιτιολογίας, πραγματικού υπολογισμού και πραγματικής δυνατότητας πληρωμής.

Η θέση μας απέναντι στις ασφαλιστικές οφειλές και στη λογική των δόσεων είναι ριζικά διαφορετική από τη συνήθη αντίληψη. Δεν θεωρούμε αυτονόητο ότι κάθε ποσό που εμφανίζεται ως οφειλή προς τον ΕΦΚΑ ή το ΚΕΑΟ πρέπει αμέσως να μετατραπεί σε πρόγραμμα πληρωμής. Δεν θεωρούμε ότι το πρώτο και βασικό ερώτημα είναι πόσες δόσεις μπορεί να αντέξει ο πολίτης.

image

Το πρώτο ερώτημα είναι αν η απαίτηση είναι νόμιμη, πλήρως αιτιολογημένη, αποδεδειγμένη, ορθά υπολογισμένη, αναλογική και συμβατή με την αξιοπρεπή διαβίωση.

image

Ο ασφαλισμένος, ο ελεύθερος επαγγελματίας, ο αυτοαπασχολούμενος, ο αγρότης ή ο εργοδότης δεν μπορεί να καλείται να ρυθμίσει μηχανικά ένα ποσό, χωρίς προηγουμένως να γνωρίζει με απόλυτη σαφήνεια από πού προέρχεται, πώς υπολογίστηκε, ποια περίοδο αφορά, ποιες εισφορές περιλαμβάνει, ποιες προσαυξήσεις προστέθηκαν, ποια στοιχεία ελήφθησαν υπόψη και αν υπήρξαν λάθη, παραλείψεις ή παράνομες χρεώσεις.

image

Η δόση δεν είναι από μόνη της προστασία. Η δόση μπορεί να είναι απλώς η τεχνική μορφή με την οποία παγιώνεται μια επιβάρυνση. Μπορεί να μετατρέψει μια απαίτηση που έπρεπε πρώτα να ελεγχθεί σε μακροχρόνια οικονομική υποχρέωση. Μπορεί να εμφανίσει ως “ρύθμιση” αυτό που στην πραγματικότητα είναι αποδοχή, παράταση και θεσμική νομιμοποίηση μιας βλάβης.

1. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος της δόσης
Η συνηθισμένη προσέγγιση ξεκινά από το ερώτημα: “Πόσα μπορεί να πληρώνει ο ασφαλισμένος κάθε μήνα;” Αυτή όμως είναι μεταγενέστερη ερώτηση. Δεν μπορεί να προηγείται του ελέγχου της ίδιας της απαίτησης.

Πριν συζητηθεί οποιαδήποτε δόση προς τον ΕΦΚΑ, πρέπει να έχουν απαντηθεί καθαρά τα εξής ερωτήματα:
Έχει προσδιοριστεί με σαφήνεια η περίοδος στην οποία αφορά η απαίτηση;
Έχει αποδειχθεί η ασφαλιστική βάση από την οποία προέκυψε η χρέωση;
Έχει δοθεί στον πολίτη πλήρης ανάλυση των εισφορών, των προσαυξήσεων και των επιβαρύνσεων;
Έχει ελεγχθεί αν οι χρεώσεις είναι νόμιμες και ορθά υπολογισμένες;
Έχει εξεταστεί αν υπάρχουν λάθη στην ασφαλιστική κατηγορία, στην επαγγελματική δραστηριότητα, στη διακοπή εργασιών, στην παράλληλη ασφάλιση ή σε άλλες κρίσιμες παραμέτρους;

Έχει δοθεί πλήρης πρόσβαση στον φάκελο και στα στοιχεία που θεμελιώνουν την απαίτηση;

Έχει ελεγχθεί η αναλογικότητα της επιβάρυνσης;
Έχει ληφθεί υπόψη η πραγματική οικονομική δυνατότητα του πολίτη;

Έχει διασφαλιστεί ότι η πληρωμή δεν θίγει την αξιοπρεπή διαβίωση;

Αν αυτά δεν έχουν προηγηθεί, τότε η συζήτηση περί δόσεων είναι πρόωρη και προβληματική. Διότι οδηγεί τον πολίτη να συζητά τον τρόπο πληρωμής πριν ακόμη έχει αποδειχθεί πλήρως ότι οφείλει, πόσα οφείλει και αν η απαίτηση μπορεί θεσμικά να επιβληθεί με αυτόν τον τρόπο.

2. Η ρύθμιση μπορεί να λειτουργήσει ως έμμεση αποδοχή
Η είσοδος σε ρύθμιση ασφαλιστικών οφειλών δεν είναι πάντα μια ουδέτερη πράξη. Σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να δημιουργήσει την πρακτική εντύπωση ότι ο πολίτης αποδέχεται την ύπαρξη, το ύψος και τη βάση της οφειλής.

image

Ακόμη και όταν ο ίδιος δεν έχει πλήρη επίγνωση των συνεπειών, η διαδικασία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα ότι “ρύθμισε”, “αναγνώρισε”, “αποδέχθηκε” ή “συνεργάστηκε”. Αυτό είναι ιδιαίτερα σοβαρό όταν η ρύθμιση γίνεται όχι επειδή ο πολίτης πείστηκε για τη νομιμότητα της απαίτησης, αλλά επειδή φοβάται αναγκαστικά μέτρα είσπραξης, δεσμεύσεις λογαριασμών, κατασχέσεις, απώλεια ασφαλιστικής ενημερότητας, επαγγελματικό αποκλεισμό ή περαιτέρω οικονομική επιβάρυνση.

image

Μια τέτοια “αποδοχή” δεν είναι πάντοτε πραγματικά ελεύθερη. Είναι συχνά αποτέλεσμα πίεσης.

Η οικονομική αδυναμία, ο φόβος και η ανάγκη επιβίωσης δεν πρέπει να μετατρέπονται σε τεκμήριο συναίνεσης. Ο πολίτης που μπαίνει σε ρύθμιση για να αποφύγει άμεση βλάβη δεν σημαίνει ότι παραιτείται από το δικαίωμά του να ελέγξει, να αμφισβητήσει και να ζητήσει πλήρη διαφάνεια.
3. Η ρύθμιση δεν θεραπεύει αναγκαστικά την αρχική αδικία

Το ουσιώδες πρόβλημα δεν είναι πάντα η έλλειψη μηχανισμού αποπληρωμής. Πολλές φορές το ουσιώδες πρόβλημα είναι η ίδια η παραγωγή της ασφαλιστικής απαίτησης.

Μπορεί να υπάρχει αδιαφάνεια, έλλειψη αιτιολογίας, λάθος υπολογισμός, παλαιές περίοδοι που δεν έχουν εξηγηθεί, προσαυξήσεις που διογκώνουν υπέρμετρα την απαίτηση, προβλήματα παράλληλης ασφάλισης, μη ορθή αποτύπωση διακοπής δραστηριότητας, μη συνεκτίμηση της πραγματικής οικονομικής κατάστασης ή μη στάθμιση της αξιοπρεπούς διαβίωσης.

image

Αν η αρχική απαίτηση είναι προβληματική, τότε η ρύθμισή της δεν θεραπεύει το πρόβλημα. Απλώς το μεταφέρει στον χρόνο.

Ο πολίτης δεν απαλλάσσεται από την αδικία· την πληρώνει σταδιακά. Δεν αποκαθίσταται η διαφάνεια· απλώς αντικαθίσταται από πίνακα δόσεων. Δεν αποδεικνύεται η νομιμότητα· υποκαθίσταται από διοικητική διαδικασία πληρωμής.
Η ρύθμιση, λοιπόν, μπορεί να είναι τεχνικά οργανωμένη αλλά ουσιαστικά άδικη, αν δεν προηγηθεί πλήρης έλεγχος της βάσης της απαίτησης.

4. Η δόση δεν πρέπει να καταστρέφει την αξιοπρεπή διαβίωση
Ακόμη και όταν μια ασφαλιστική απαίτηση είναι υπαρκτή, δεν αρκεί να διασπαστεί σε δόσεις. Πρέπει να εξεταστεί αν οι δόσεις αυτές είναι πραγματικά βιώσιμες.
Βιώσιμη δεν είναι η δόση που απλώς μπορεί να αφαιρεθεί από έναν τραπεζικό λογαριασμό. Βιώσιμη είναι η δόση που αφήνει στον πολίτη επαρκή μέσα για στέγη, τροφή, ενέργεια, υγεία, μετακίνηση, οικογενειακές υποχρεώσεις και αξιοπρεπή συμμετοχή στην κοινωνική και οικονομική ζωή.
Αν μια ρύθμιση αφήνει τον πολίτη τυπικά “ενήμερο” αλλά ουσιαστικά αδύναμο να ζήσει, τότε δεν είναι πραγματική λύση. Είναι μορφή παρατεταμένης οικονομικής πίεσης.

Η δική μας θέση είναι ότι κάθε απαίτηση του ΕΦΚΑ πρέπει να σταθμίζεται με βάση το ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης. Δεν μπορεί να σχεδιάζεται η δόση πρώτα και η ζωή του πολίτη μετά. Πρώτα πρέπει να διασφαλίζεται το επίπεδο διαβίωσης και μετά να εξετάζεται αν υπάρχει πραγματικό περιθώριο πληρωμής.
5. Ο πολίτης δεν πρέπει να γίνεται διαχειριστής της βλάβης του
Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα της λογικής των δόσεων είναι ότι μεταφέρει στον πολίτη την ευθύνη να “διαχειριστεί” τη βλάβη που υφίσταται.
Αντί να εξετάζεται θεσμικά αν η ασφαλιστική επιβάρυνση είναι νόμιμη, ορθή, δίκαιη και ανεκτή, ο πολίτης καλείται να βρει τρόπο να προσαρμοστεί σε αυτήν. Έτσι το πρόβλημα εξατομικεύεται.

Ο πολίτης εμφανίζεται ως κάποιος που πρέπει να οργανώσει καλύτερα τις πληρωμές του, να μειώσει τις ανάγκες του, να πιέσει την οικογένειά του, να θυσιάσει ποιότητα ζωής, να αναβάλει βασικές ανάγκες και να αποδεχθεί μια μακρά περίοδο οικονομικού περιορισμού.
Η διοικητική ή οικονομική βλάβη παύει να φαίνεται ως θεσμικό ζήτημα και παρουσιάζεται ως πρόβλημα προσωπικής διαχείρισης.

Αυτή η μετατόπιση είναι απαράδεκτη. Η βλάβη πρέπει να επιστρέψει εκεί όπου ανήκει: στον θεσμικό έλεγχο, στην τεκμηρίωση, στην αιτιολογία, στην ευθύνη των οργάνων, στη νομιμότητα της απαίτησης και στη συμβατότητά της με το κράτος δικαίου.

6. Η πραγματική προστασία δεν είναι η ρύθμιση, αλλά η τεκμηριωμένη άμυνα
Η πραγματική προστασία του πολίτη έναντι του ΕΦΚΑ δεν αρχίζει με την αποδοχή δόσεων. Αρχίζει με την οργάνωση του φακέλου, τη συλλογή των στοιχείων, την ανάλυση της απαίτησης, τον έλεγχο της αιτιολογίας, την οικονομική αποτύπωση της πραγματικής δυνατότητας πληρωμής, την τεκμηρίωση του ελάχιστου κόστους διαβίωσης και την ανάδειξη κάθε στοιχείου αδιαφάνειας, λάθους ή δυσαναλογίας.
Ο πολίτης δεν πρέπει να οδηγείται βιαστικά σε μια ρύθμιση απλώς επειδή αυτή εμφανίζεται ως διαθέσιμη λύση. Πρέπει πρώτα να ξέρει τι αποδέχεται, τι αμφισβητεί, τι χάνει, τι διατηρεί και ποια δικαιώματα μπορεί να ασκήσει.
Η στρατηγική μας δεν είναι στρατηγική αποφυγής. Είναι στρατηγική ελέγχου.

image

Δεν λέμε ότι καμία ασφαλιστική απαίτηση δεν πρέπει ποτέ να πληρωθεί. Λέμε ότι καμία ασφαλιστική απαίτηση δεν πρέπει να μετατρέπεται άκριτα σε μακροχρόνια οικονομική δέσμευση πριν αποδειχθεί πλήρως και πριν ελεγχθεί η συμβατότητά της με την πραγματική ζωή του πολίτη.

7. Η κεντρική θέση μας έναντι του ΕΦΚΑ
Η κεντρική θέση μας μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:

Δεν αποδεχόμαστε ως αυτονόητη λύση τη ρύθμιση δόσεων προς τον ΕΦΚΑ όταν αυτή λειτουργεί ως διαδικασία προσαρμογής του πολίτη σε μια απαίτηση που δεν έχει προηγουμένως ελεγχθεί ουσιαστικά.
Δεν θεωρούμε τη δόση από μόνη της προστασία. Δεν θεωρούμε ότι η επιμήκυνση της πληρωμής θεραπεύει την έλλειψη διαφάνειας, την έλλειψη αιτιολογίας, τον λανθασμένο υπολογισμό, τη δυσαναλογία ή την προσβολή της αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Πριν από κάθε ρύθμιση πρέπει να προηγείται πλήρης έλεγχος. Πριν από κάθε δόση πρέπει να υπάρχει τεκμηρίωση. Πριν από κάθε αποδοχή πρέπει να υπάρχει διαφάνεια. Πριν από κάθε πρόγραμμα πληρωμής πρέπει να έχει διασφαλιστεί ότι ο πολίτης μπορεί να ζήσει με αξιοπρέπεια.

image

Δεν ζητούμε απλώς περισσότερες δόσεις. Ζητούμε να σταματήσει η λογική που μετατρέπει την αμφισβητούμενη, εσφαλμένη, αδιαφανή ή δυσανάλογη ασφαλιστική απαίτηση σε “τακτοποιημένη” οφειλή, χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστική θεσμική κρίση.

8. Η πρακτική συνέπεια της θέσης μας
Η πρακτική συνέπεια είναι σαφής. Σε κάθε υπόθεση ασφαλιστικής οφειλής πρέπει πρώτα να γίνεται:
πλήρης καταγραφή της απαίτησης,

προσδιορισμός των περιόδων στις οποίες αφορά,

ανάλυση κύριας οφειλής, προσαυξήσεων και επιβαρύνσεων,

έλεγχος της νομικής και πραγματικής βάσης,

αίτημα για πλήρη στοιχεία και διαφάνεια,

πρόσβαση στον φάκελο και στα δεδομένα υπολογισμού,
έλεγχος για λάθη, παραλείψεις ή διπλές χρεώσεις,
έλεγχος ασφαλιστικής κατηγορίας και πραγματικής ασφαλιστικής υποχρέωσης,
οικονομική αποτύπωση της πραγματικής δυνατότητας πληρωμής,

υπολογισμός ελάχιστου κόστους διαβίωσης,

image

έλεγχος αναλογικότητας,
εντοπισμός ευθυνών,

και μόνο κατόπιν αξιολόγηση του αν οποιαδήποτε ρύθμιση μπορεί να συζητηθεί.
Αν η διαδικασία παρακάμπτει αυτά τα στάδια, τότε δεν είναι πραγματική προστασία. Είναι μηχανισμός πειθάρχησης του πολίτη σε μια απαίτηση που δεν έχει ελεγχθεί επαρκώς.
Συμπέρασμα
Η θέση μας είναι καθαρή: η ρύθμιση δόσεων προς τον ΕΦΚΑ δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως αυτονόητη λύση για κάθε περίπτωση. Μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να αποτελεί εργαλείο διαχείρισης. Δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει τον έλεγχο νομιμότητας, τη διαφάνεια, την αιτιολόγηση, την ορθότητα του υπολογισμού, την αναλογικότητα και την προστασία της αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Ο πολίτης δεν πρέπει να οδηγείται πρώτα σε δόσεις και μετά σε σιωπή.

Πρέπει πρώτα να έχει στοιχεία, γνώση, άμυνα, τεκμηρίωση και πραγματική δυνατότητα επιλογής.