Ειδική Ενότητα κατά Πολιτικών Προσώπων και Κυβερνητικών Επιλογών

Η τραπεζική βλάβη δεν μπορεί να μετατρέπεται, μέσω πολιτικών αποφάσεων, νομοθετικών ρυθμίσεων και κρατικών εγγυήσεων, σε δημόσιο και κοινωνικό βάρος που τελικά επιβάλλεται στους πολίτες.

Περίληψη

Η τραπεζική και χρηματοπιστωτική κρίση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αμιγώς ιδιωτικό ή τεχνικό φαινόμενο, αποκομμένο από τις πολιτικές, νομοθετικές και κυβερνητικές επιλογές που την επέτρεψαν, τη διαχειρίστηκαν ή τη νομιμοποίησαν εκ των υστέρων. Όταν οι συνέπειες ιδιωτικών τραπεζικών πρακτικών μεταφέρονται στο Δημόσιο, στην κοινωνία και στους πολίτες, τότε η ευθύνη δεν περιορίζεται στους αρχικούς χρηματοπιστωτικούς φορείς, αλλά εκτείνεται και στο επίπεδο της πολιτικής διαχείρισης του προβλήματος.

Κείμενο

Η τραπεζική και χρηματοπιστωτική κρίση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα αμιγώς ιδιωτικό ή τεχνικό φαινόμενο, αποκομμένο από τις πολιτικές, νομοθετικές και κυβερνητικές επιλογές που την επέτρεψαν, τη διαχειρίστηκαν ή τη νομιμοποίησαν εκ των υστέρων. Όταν οι συνέπειες ιδιωτικών τραπεζικών πρακτικών μεταφέρονται στο Δημόσιο, στην κοινωνία και στους πολίτες, τότε η ευθύνη δεν περιορίζεται στους αρχικούς χρηματοπιστωτικούς φορείς, αλλά εκτείνεται και στο επίπεδο της πολιτικής διαχείρισης του προβλήματος.

Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο ότι δημιουργήθηκε τραπεζική βλάβη. Το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι η βλάβη αυτή δεν αντιμετωπίστηκε ως ευθύνη εκείνων που την προκάλεσαν, αλλά μετατράπηκε, μέσω πολιτικών αποφάσεων, νομοθετικών ρυθμίσεων, κρατικών εγγυήσεων, σχημάτων διαχείρισης απαιτήσεων και θεσμικής ανοχής, σε βάρος που τελικά μεταφέρθηκε στους πολίτες, στους φορολογουμένους, στους δανειολήπτες, στους μικροϊδιοκτήτες και στο κοινωνικό σύνολο.

Η πολιτική ευθύνη ανακύπτει ακριβώς στο σημείο όπου η ιδιωτική τραπεζική ζημία παύει να παραμένει ιδιωτική και μετατρέπεται σε δημόσιο ρίσκο. Όταν το κράτος αναλαμβάνει, καλύπτει, εγγυάται ή διευκολύνει μηχανισμούς που επιτρέπουν στο τραπεζικό σύστημα να διατηρείται σε λειτουργία, ενώ η τελική ζημία μετακυλίεται στους πολίτες, τότε δεν πρόκειται για ουδέτερη οικονομική πολιτική, αλλά για επιλογή ανακατανομής βαρών.

Η επιλογή αυτή πρέπει να ελέγχεται υπό το πρίσμα της ισότητας στα δημόσια βάρη, της προστασίας της περιουσίας, της αρχής της αναλογικότητας, της δημοκρατικής λογοδοσίας και της υποχρέωσης του κράτους να προστατεύει τον πολίτη από συστημικούς μηχανισμούς βλάβης. Δεν είναι θεμιτό οι ζημίες να κοινωνικοποιούνται και τα οφέλη να ιδιωτικοποιούνται, ούτε είναι συνταγματικά ανεκτό να μετατρέπεται ο πολίτης σε τελικό αποδέκτη των συνεπειών ενός τραπεζικού μηχανισμού που δεν ήλεγξε και από τον οποίο δεν ωφελήθηκε.

Η νομοθετική και κυβερνητική διαχείριση των κόκκινων δανείων, των τιτλοποιήσεων, των κρατικών εγγυήσεων, των funds και των servicers πρέπει να εξετάζεται όχι μόνο από την πλευρά της τεχνικής αποτελεσματικότητας, αλλά κυρίως από την πλευρά των έννομων συνεπειών που παρήγαγε εις βάρος των πολιτών. Κάθε πολιτική επιλογή που μεταβάλλει την οικονομική και νομική θέση εκατοντάδων χιλιάδων προσώπων δημιουργεί υποχρέωση αυξημένης αιτιολόγησης, διαφάνειας και λογοδοσίας.

Η επίκληση της ανάγκης σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την απεριόριστη επιβάρυνση της κοινωνίας. Η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος δεν μπορεί να επιτυγχάνεται με την αποσταθεροποίηση της ζωής, της περιουσίας και της αξιοπρέπειας των πολιτών. Το κράτος δεν έχει δικαίωμα να προστατεύει μονομερώς έναν ιδιωτικό χρηματοπιστωτικό μηχανισμό και στη συνέχεια να εμφανίζει τις συνέπειες αυτής της προστασίας ως αναπόφευκτη υποχρέωση των πολιτών.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι, μέσω των μηχανισμών αυτών, η αρχική τραπεζική βλάβη μεταλλάχθηκε σε κοινωνικό αυτοματισμό. Αντί η δημόσια συζήτηση να στραφεί προς την ευθύνη εκείνων που δημιούργησαν, διαχειρίστηκαν και πολιτικά κάλυψαν το πρόβλημα, στράφηκε εναντίον των ίδιων των πολιτών: δανειολήπτες κατά μη δανειοληπτών, φορολογούμενοι κατά οφειλετών, συνεπείς κατά αδυνάτων. Με τον τρόπο αυτό αποκρύπτεται ο μηχανισμός παραγωγής της βλάβης και η κοινωνία οδηγείται σε εσωτερική σύγκρουση.

Η ευθύνη των πολιτικών προσώπων και των κυβερνητικών επιλογών πρέπει να αναζητηθεί ακριβώς σε αυτή τη μετάλλαξη. Η βλάβη δεν παρέμεινε εκεί όπου δημιουργήθηκε. Μεταφέρθηκε, καλύφθηκε, αναδιατάχθηκε και παρουσιάστηκε ως φυσιολογική εξέλιξη. Η τραπεζική κρίση μετατράπηκε σε δημοσιονομικό βάρος, η δημοσιονομική επιβάρυνση σε φορολογική πίεση, η φορολογική πίεση σε ατομική αδυναμία και η ατομική αδυναμία σε κατηγορία κατά του ίδιου του πολίτη.

Η πολιτική διαχείριση τέτοιων φαινομένων δεν μπορεί να μένει ανεξέλεγκτη. Όταν αποφάσεις, νόμοι, εγγυήσεις, ρυθμίσεις και θεσμικές παραλείψεις δημιουργούν ή επιτείνουν περιουσιακή βλάβη, περιορίζουν την οικονομική ελευθερία, αυξάνουν το δημόσιο βάρος και οδηγούν σε μαζική κοινωνική πίεση, τότε γεννάται ζήτημα ευθύνης. Η ευθύνη αυτή δεν είναι μόνο πολιτική με τη στενή έννοια, αλλά μπορεί να αποκτά και νομική, αστική, διοικητική ή και ποινική διάσταση, ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά, τον βαθμό γνώσης, την προβλεψιμότητα της βλάβης και τη σχέση αιτιότητας.

Δεν μπορεί να γίνεται δεκτό ότι οι πολίτες υποχρεούνται να υφίστανται τις συνέπειες μιας πολιτικής επιλογής χωρίς να εξετάζεται αν η επιλογή αυτή ήταν αναγκαία, αναλογική, διαφανής, αιτιολογημένη και συμβατή με την προστασία της περιουσίας και της αξιοπρεπούς διαβίωσης. Η δημοκρατική εντολή δεν παρέχει εξουσία ανεξέλεγκτης μετακύλισης ζημιών στην κοινωνία.

Η πολιτική εξουσία έχει υποχρέωση να προλαμβάνει, να περιορίζει και να αποκαθιστά συστημικές βλάβες. Όταν, αντί αυτού, τις διευκολύνει ή τις μετατρέπει σε βάρος των πολιτών, παραβιάζει τον ίδιο τον προστατευτικό σκοπό της κρατικής λειτουργίας. Το κράτος δεν υπάρχει για να μετατρέπει τον πολίτη σε εγγυητή των αποτυχιών ιδιωτικών μηχανισμών, αλλά για να προστατεύει την κοινωνία από την κατάχρηση ισχύος, την οικονομική αφαίμαξη και την άδικη κατανομή βαρών.

Στο πλαίσιο αυτό, η εξέταση των πολιτικών αποφάσεων που αφορούν τις τράπεζες, τα κόκκινα δάνεια, τις τιτλοποιήσεις, τις κρατικές εγγυήσεις και τους φορείς διαχείρισης απαιτήσεων πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής ερωτήματα:

α) ποια ήταν η αρχική πηγή της τραπεζικής ή χρηματοπιστωτικής βλάβης,

β) ποιοι μηχανισμοί χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά ή κάλυψή της,

γ) ποιο ήταν το άμεσο ή έμμεσο δημοσιονομικό κόστος,

δ) ποιοι ωφελήθηκαν από τις σχετικές ρυθμίσεις,

ε) ποιοι επιβαρύνθηκαν τελικά,

στ) αν υπήρξε πλήρης ενημέρωση και διαφάνεια,

ζ) αν οι πολίτες προστατεύθηκαν επαρκώς από τις συνέπειες,

η) αν υπήρξαν ηπιότερα και δικαιότερα μέτρα,

θ) αν η πολιτική επιλογή οδήγησε σε δυσανάλογη περιουσιακή ή κοινωνική βλάβη.

Η ουσία της υπόθεσης δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι θεσμική. Όταν ένα σύστημα επιτρέπει στους ισχυρούς μηχανισμούς να διατηρούνται μέσω δημόσιας στήριξης και ταυτόχρονα επιβάλλει στους πολίτες το κόστος της στήριξης αυτής, τότε τίθεται ζήτημα δημοκρατικής νομιμοποίησης, συνταγματικής ανεκτικότητας και ευθύνης.

Συνεπώς, οι πολιτικές και κυβερνητικές επιλογές που συνέβαλαν στη μετατροπή της τραπεζικής βλάβης σε δημόσιο και κοινωνικό βάρος πρέπει να αξιολογηθούν υπό το πρίσμα της προστασίας του πολίτη, της αναλογικότητας, της ισότητας στα δημόσια βάρη, της προστασίας της περιουσίας, της διαφάνειας και της υποχρέωσης λογοδοσίας. Δεν αρκεί να διαπιστώνεται ότι ελήφθησαν μέτρα για τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος. Πρέπει να εξετάζεται ποιος πλήρωσε τη σταθερότητα αυτή, ποιος ωφελήθηκε από αυτήν και αν η μετακύλιση του κόστους στους πολίτες ήταν νόμιμη, δίκαιη και συνταγματικά ανεκτή.

Η πολιτική ευθύνη αρχίζει στο σημείο όπου η ιδιωτική τραπεζική ζημία μετατρέπεται, μέσω νόμων, εγγυήσεων και θεσμικής ανοχής, σε δημόσιο βάρος και κοινωνικό κόστος.