Κείμενο
Το καθεστώς που επιβαρύνει τη μικρή επιχείρηση δεν αποτελεί φυσικό φαινόμενο ούτε ουδέτερη τεχνική εξέλιξη. Αποτελεί αποτέλεσμα νομοθετικών, διοικητικών και πολιτικών επιλογών.
Οι νόμοι που δημιούργησαν, οργάνωσαν, διατήρησαν ή ενίσχυσαν το συγκεκριμένο πλαίσιο ψηφίστηκαν από πολιτικά όργανα και εφαρμόστηκαν από διοικητικούς μηχανισμούς του κράτους. Συνεπώς, όσοι εισηγήθηκαν, ψήφισαν, στήριξαν, διατήρησαν ή εφάρμοσαν το πλαίσιο αυτό φέρουν πολιτική και θεσμική ευθύνη για τα αντικειμενικά αποτελέσματά του.
Η ευθύνη αυτή είναι ιδιαίτερα σοβαρή όταν τα αποτελέσματα είναι προβλέψιμα, διαρκή και επαναλαμβανόμενα: κόστος νόμιμης ύπαρξης, δυσανάλογη επιβάρυνση μικρών επιχειρήσεων, εξάρτηση από λογιστές και τεχνικούς μηχανισμούς, φορολογική πολυπλοκότητα, προκαταβολικά βάρη, κίνδυνος προστίμων και μετατόπιση της δραστηριότητας προς μεγάλους οργανωμένους σχηματισμούς.
Δεν αρκεί να λέγεται ότι «έτσι προβλέπει ο νόμος». Και ο νόμος είναι πολιτική επιλογή. Όταν ένας νόμος ή ένας μηχανισμός παράγει προβλέψιμη ζημία, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν ουδέτερο γεγονός άσχετο με εκείνους που τον ψήφισαν, τον εφάρμοσαν ή τον διατήρησαν.
Η πολιτική ευθύνη δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με ποινική ή προσωπική αποζημιωτική ευθύνη. Αποτελεί όμως αναγκαίο θεσμικό στάδιο. Πρώτα καταγράφεται ότι το πλαίσιο υπήρξε πολιτική επιλογή. Στη συνέχεια τεκμηριώνεται το αντικειμενικό αποτέλεσμά του. Κατόπιν εξετάζεται εάν από το αποτέλεσμα αυτό προκύπτει αστική, διοικητική, αποζημιωτική ή άλλη ευθύνη του Δημοσίου ή συγκεκριμένων οργάνων.
Η μικρή επιχείρηση δεν μπορεί να καλείται να πληρώσει το κόστος ενός συστήματος που δεν δημιούργησε, δεν ελέγχει, δεν μπορεί να απλοποιήσει και από το οποίο εξαρτάται αναγκαστικά για να υπάρξει νόμιμα.
Όποιος ψήφισε ή διατήρησε ένα πλαίσιο που παράγει προβλέψιμη ζημία δεν μπορεί να παριστάνει ότι η ζημία είναι άσχετη με τη δική του θεσμική πράξη.