Κείμενο
Όταν το καταστατικό ενός πολιτικού κόμματος προβλέπει ότι το κόμμα δεν επιτρέπεται να συνάπτει τραπεζικά ή άλλα δάνεια για λειτουργικές και εκλογικές δαπάνες, η διάταξη αυτή δεν είναι απλή διακοσμητική φράση. Αποτελεί εσωτερικό κανόνα οικονομικής λειτουργίας και δεσμεύει τα όργανα που διοικούν, εκπροσωπούν και διαχειρίζονται το κόμμα.
Η παραβίαση ενός καταστατικού κανόνα δεν συνεπάγεται αυτομάτως ποινική ευθύνη για κάθε μέλος. Το απλό μέλος, που δεν είχε γνώση, υπογραφή, αρμοδιότητα, ψήφο σε οικονομικό όργανο ή συμμετοχή στη διαχείριση, δεν μπορεί να εξομοιώνεται με τα πρόσωπα που έλαβαν αποφάσεις ή χειρίστηκαν τα οικονομικά.
Η ευθύνη πρέπει να ερευνάται προσωποποιημένα. Ποιος γνώριζε την καταστατική απαγόρευση; Ποιος είχε οικονομική αρμοδιότητα; Ποιος υπέγραψε; Ποιος ενέκρινε; Ποιος έδωσε εντολή; Ποιος παρουσίασε οικονομικά στοιχεία; Ποιος απέκρυψε την πραγματική κατάσταση; Ποιος συνέχισε μια πρακτική παρά τη γνώση ότι αντίκειται στο καταστατικό ή ότι προκαλεί οικονομική επιβάρυνση;
Η ποινική διάσταση μπορεί να ανακύψει όταν η παραβίαση της καταστατικής απαγόρευσης δεν είναι απλή εσωκομματική αταξία, αλλά συνδέεται με ζημία, παραπλάνηση, απόκρυψη, καταχρηστική διαχείριση ή επιβάρυνση τρίτων. Τότε πρέπει να εξετάζονται πιθανές μορφές ευθύνης για απιστία σε βάρος του νομικού προσώπου, ψευδή ή παραπλανητική οικονομική απεικόνιση, παράβαση κανόνων χρηματοδότησης πολιτικών κομμάτων, ενδεχόμενη απάτη ή συνέργεια προσώπων που διευκόλυναν την πράξη εν γνώσει τους.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η γνώση. Αν ένα πρόσωπο αγνοούσε πραγματικά την πράξη και δεν είχε δυνατότητα ελέγχου, η ευθύνη του δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη. Αν όμως είχε θέση ευθύνης, πρόσβαση σε οικονομικά στοιχεία, δυνατότητα υπογραφής ή υποχρέωση εποπτείας, τότε η άγνοια δεν μπορεί να προβάλλεται εύκολα ως άμυνα χωρίς έλεγχο.
Πρέπει επίσης να ερευνηθεί αν υπήρξε παραπλάνηση των μελών, των πιστωτών, των τραπεζών, των εποπτικών αρχών ή του εκλογικού σώματος. Αν οικονομικές υποχρεώσεις παρουσιάστηκαν με τρόπο που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αν αποκρύφθηκε η προέλευσή τους ή αν εμφανίστηκαν ως νόμιμες πράξεις ενώ υπήρχε σαφής εσωτερική απαγόρευση, τότε το ζήτημα υπερβαίνει την εσωκομματική λειτουργία.
Η αστική ευθύνη μπορεί επίσης να ερευνηθεί. Αν από πράξεις διοίκησης ή διαχείρισης προκλήθηκε ζημία στο κόμμα, στα μέλη, σε τρίτους ή στο δημόσιο συμφέρον, τα πρόσωπα που ενήργησαν ή παρέλειψαν να ενεργήσουν ενδέχεται να έχουν υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας, εφόσον αποδειχθεί υπαιτιότητα, παράβαση καθήκοντος και αιτιώδης σύνδεσμος.
Η κρίσιμη θέση είναι ότι η οικονομική διαχείριση των πολιτικών κομμάτων δεν μπορεί να βρίσκεται εκτός λογοδοσίας. Τα κόμματα δεν είναι ιδιωτικές λέσχες χωρίς δημόσια σημασία. Συμμετέχουν στη λειτουργία του πολιτεύματος, χρηματοδοτούνται ή επηρεάζονται από δημόσιους και ιδιωτικούς πόρους και διαμορφώνουν αποφάσεις που επηρεάζουν το σύνολο των πολιτών.
Για τον λόγο αυτό, όταν υπάρχει καταστατική απαγόρευση δανεισμού, κάθε πράξη που φαίνεται να την παρακάμπτει πρέπει να ελέγχεται αυστηρά. Όχι αόριστα εναντίον όλων των μελών, αλλά συγκεκριμένα εναντίον όσων είχαν γνώση, εξουσία, υπογραφή, αρμοδιότητα, όφελος ή συμμετοχή στη λήψη και εκτέλεση των σχετικών αποφάσεων.



