Κείμενο
Η συζήτηση για την έκθεση «Πισσαρίδης 2» και για τον οικονομικό σχεδιασμό της περιόδου 2028-2034 δεν μπορεί να περιοριστεί σε γενικές έννοιες όπως ανάπτυξη, παραγωγικότητα, ανταγωνιστικότητα ή απορρόφηση ευρωπαϊκών κονδυλίων. Αυτές οι έννοιες έχουν αξία μόνο εφόσον μεταφράζονται σε πραγματική βελτίωση της ζωής του πολίτη, σε αύξηση του καθαρού διαθέσιμου εισοδήματος και σε προστασία της μικρής παραγωγικής μονάδας, της οικογένειας και της μικρομεσαίας επιχείρησης.
Η πρώτη έκθεση Πισσαρίδη παρουσιάστηκε ως τεχνοκρατικό σχέδιο ανάπτυξης. Στην πράξη, όμως, μεγάλο μέρος των προτάσεών της χρησιμοποιήθηκε ως οδηγός κυβερνητικής πολιτικής. Αυτό σημαίνει ότι τέτοιες εκθέσεις δεν είναι απλά θεωρητικά κείμενα. Αποκτούν πρακτική διοικητική και οικονομική σημασία, επειδή επηρεάζουν φορολογικές πολιτικές, ασφαλιστικές ρυθμίσεις, χωροταξικές επιλογές, χρηματοδοτικά εργαλεία, εργασιακές πολιτικές και τη θέση της μικρής επιχείρησης μέσα στην οικονομία.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι απλό: όταν μία μεταρρύθμιση εφαρμόζεται, αφήνει στον πολίτη τα αναγκαία μέσα για να ζήσει ή τον οδηγεί κάτω από το Ελάχιστο Κόστος Διαβίωσης;
Αν το κράτος επικαλείται ανάπτυξη, αλλά ο πολίτης δεν μπορεί να καλύψει στέγη, ενέργεια, διατροφή, μετακίνηση, υγεία, βασικές οικογενειακές ανάγκες, επαγγελματική λειτουργία και στοιχειώδη αξιοπρεπή διαβίωση, τότε η ανάπτυξη αυτή δεν μπορεί να θεωρείται κοινωνικά επιτυχής. Αν το κράτος επιβάλλει φόρους, τέλη, εισφορές, πρόστιμα, τεκμήρια και κατασχέσεις χωρίς να ελέγχει αν υπάρχει πραγματική φοροδοτική ικανότητα, τότε η πολιτική αυτή παύει να είναι απλή δημοσιονομική πολιτική και μετατρέπεται σε μηχανισμό οικονομικής εξάντλησης.
Η έννοια του Ελάχιστου Κόστους Διαβίωσης λειτουργεί εδώ ως αναγκαίο φίλτρο ελέγχου. Κάθε οικονομικό σχέδιο, κάθε μεταρρύθμιση, κάθε φορολογικό μέτρο και κάθε διοικητική απαίτηση πρέπει να ελέγχεται σε σχέση με το πραγματικό κόστος ζωής. Δεν αρκεί να υπάρχει λογιστική αύξηση του ΑΕΠ. Δεν αρκεί να εμφανίζεται αυξημένη απορρόφηση κονδυλίων. Δεν αρκεί να προβάλλεται η παραγωγικότητα ως γενικός στόχος. Πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο πολίτης, μετά την αφαίρεση όλων των υποχρεώσεων που του επιβάλλονται, διατηρεί πραγματικό υπόλοιπο ζωής.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα. Η μικρή οικογενειακή επιχείρηση, ο επαγγελματίας, ο έμπορος της γειτονιάς και ο μικρός παραγωγός δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως λογιστικά ανεπαρκείς μονάδες που πρέπει να απορροφηθούν από μεγαλύτερα σχήματα. Για χιλιάδες πολίτες, η μικρή επιχείρηση δεν είναι απλώς επενδυτικό όχημα. Είναι μέσο βιοπορισμού. Αν οι μεταρρυθμίσεις οδηγούν σε συγκέντρωση της αγοράς, αδυναμία πρόσβασης σε χρηματοδότηση, αύξηση λειτουργικού κόστους και τελικά σε εξαφάνιση του μικρού επαγγελματία, τότε πρέπει να καταγράφεται η πραγματική κοινωνική και οικονομική ζημία.
Γι’ αυτό η νέα περίοδος 2028-2034 πρέπει να εξεταστεί όχι μόνο ως τεχνοκρατικός σχεδιασμός, αλλά ως πιθανό πλαίσιο μακροχρόνιας οικονομικής δέσμευσης. Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν θα ονομαστεί μνημόνιο, σχέδιο, έκθεση, στρατηγική ή μεταρρυθμιστική ατζέντα. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν δεσμεύει την οικονομική ζωή της χώρας χωρίς προηγούμενο έλεγχο των πραγματικών συνεπειών στον πολίτη.
Η Μελέτη Ελάχιστου Κόστους Διαβίωσης, η Μελέτη Ν13 Παραγόντων και η Μελέτη Ολικής Ζημίας προσφέρουν ακριβώς αυτό το εργαλείο ελέγχου. Μεταφέρουν τη συζήτηση από τις γενικές υποσχέσεις ανάπτυξης στα πραγματικά δεδομένα ζωής. Δείχνουν αν ο πολίτης έχει ή δεν έχει τα αναγκαία μέσα. Δείχνουν αν η φορολόγηση είναι πραγματικά ανεκτή. Δείχνουν αν η οικονομική πολιτική παράγει βιώσιμη κοινωνία ή απλώς μεταφέρει βάρη σε ανθρώπους που δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να τα σηκώσουν.




