Κείμενο
Το Κράτος Πνίγει την Κοινωνία και Μετά Πανηγυρίζει για «Επιτυχίες»
Η επίσημη εικόνα που προβάλλεται για την οικονομία δεν συμβαδίζει με τα πραγματικά βάρη που συσσωρεύονται πάνω στους πολίτες και στις επιχειρήσεις. Την ώρα που η κυβέρνηση παρουσιάζει την πρόωρη αποπληρωμή δημόσιου χρέους ως απόδειξη ισχύος και αξιοπιστίας, τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς την εφορία συνέχισαν να αυξάνονται και το 2025, φθάνοντας συνολικά περίπου τα 114,2 δισ. ευρώ, ενώ το πραγματικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο, μετά την αφαίρεση των ανεπίδεκτων είσπραξης, υπολογίζεται περίπου στα 79,18 δισ. ευρώ. Μόνο μέσα στο 2025 προστέθηκαν σχεδόν 10 δισ. ευρώ νέες οφειλές. Οι αριθμοί αυτοί δεν παραπέμπουν σε κοινωνία που απλώς δεν θέλει να πληρώσει, αλλά σε κοινωνία που πιέζεται ασφυκτικά.
Η Αδυναμία των Ρυθμίσεων να Αγγίξουν την Πραγματικότητα
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο αν εξεταστεί πόσο μικρό μέρος αυτών των οφειλών βρίσκεται σε ενεργή ρύθμιση. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στοιχεία, μόλις περίπου το 6,65% των οφειλών είναι ενταγμένο σε κάποιο σχήμα ρύθμισης. Αυτό σημαίνει ότι οι διαφημιζόμενες λύσεις αποπληρωμής δεν αγγίζουν στην πράξη τη μεγάλη μάζα των οφειλετών.
Όταν το μεγαλύτερο μέρος του χρέους μένει εκτός ρύθμισης, το πρόβλημα δεν μπορεί να αποδίδεται μόνο σε έλλειψη φορολογικής συνέπειας. Αναδεικνύεται κυρίως ως ζήτημα πραγματικής αντοχής νοικοκυριών και επιχειρήσεων, που δεν διαθέτουν επαρκή οικονομικά περιθώρια ώστε να ενταχθούν και να παραμείνουν σε βιώσιμες ρυθμίσεις.
Η Σύνθεση των Οφειλών και η Έλλειψη Ρευστότητας
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι και η ίδια η σύνθεση των οφειλών. Μεγάλο μέρος του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου προέρχεται από φορολογικές υποχρεώσεις, με τον ΦΠΑ να παραμένει κεντρικός παράγοντας πίεσης. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι πολλές επιχειρήσεις δεν διαθέτουν την απαραίτητη ρευστότητα ούτε για να αποδώσουν φόρους που θεωρητικά έχουν ήδη εισπράξει μέσω της οικονομικής τους δραστηριότητας.
Η εικόνα αυτή δεν παραπέμπει απλώς σε συμπεριφορά κακοπληρωτών. Αντιθέτως, υποδηλώνει βαθιά στενότητα στην αγορά, περιορισμένη κυκλοφορία χρήματος και επιχειρηματική λειτουργία υπό συνθήκες συνεχούς πίεσης.
Το Δημόσιο Δεν Είναι Υπόδειγμα Συνέπειας
Την ίδια στιγμή, το ίδιο το Δημόσιο δεν εμφανίζεται ως υπόδειγμα συνέπειας απέναντι στους πολίτες και στις επιχειρήσεις. Στα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών καταγράφεται ότι οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της Γενικής Κυβέρνησης κινήθηκαν ανοδικά μέσα στο 2025 και στη συνέχεια αποκλιμακώθηκαν, ενώ τον Ιούλιο του 2025 ανέρχονταν περίπου στα 2,808 δισ. ευρώ. Στο τέλος του 2025 καταγράφηκαν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις 2,499 δισ. ευρώ και εκκρεμείς επιστροφές φόρων 722 εκατ. ευρώ.
Η διαπίστωση αυτή ενισχύει την κριτική ότι το κράτος απαιτεί άμεση συμμόρφωση από τον πολίτη, αλλά δεν επιδεικνύει πάντα την ίδια ταχύτητα όταν οφείλει το ίδιο να εκπληρώσει οικονομικές του υποχρεώσεις.
Η Παραπλανητική Χρήση των Μακροοικονομικών Δεικτών
Στο επίπεδο της δημόσιας επικοινωνίας, τίθεται επίσης ουσιαστικό ζήτημα ως προς τον τρόπο παρουσίασης των μακροοικονομικών δεικτών. Η αναφορά σε σημαντική αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ κατά την περίοδο 2019–2025 μπορεί να δημιουργεί εντύπωση γενικευμένης προόδου, χωρίς όμως να αποδίδει αυτομάτως την πραγματική κατάσταση της κοινωνίας και της αγοραστικής δύναμης.
Όταν ένας τέτοιος αριθμός προβάλλεται χωρίς σαφή διάκριση ανάμεσα στην ονομαστική και στην πραγματική οικονομική βελτίωση, ενδέχεται να δημιουργείται παραπλανητική εικόνα. Σε περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού, η αύξηση των συνολικών οικονομικών μεγεθών δεν συνεπάγεται αναλογική βελτίωση της καθημερινής ζωής του πολίτη.
Η Πρόωρη Αποπληρωμή Χρέους και το Ζήτημα των Προτεραιοτήτων
Ανάλογος προβληματισμός τίθεται και για την πρόωρη αποπληρωμή χρέους. Η κίνηση αυτή μπορεί πράγματι να ενισχύει τη διεθνή εικόνα της χώρας, να βελτιώνει τη σχέση της με τις αγορές και να επιβεβαιώνει τη δημοσιονομική της αξιοπιστία. Ωστόσο, την ίδια στιγμή γεννά ένα εύλογο πολιτικό και κοινωνικό ερώτημα: ποια είναι η πραγματική ιεράρχηση προτεραιοτήτων όταν το κράτος εμφανίζεται συνεπές και πρόθυμο απέναντι στους πιστωτές, ενώ η εσωτερική οικονομία παραμένει φορτωμένη με ιδιωτικά χρέη, καθυστερήσεις και ασφυξία ρευστότητας;
Το ερώτημα αυτό δεν είναι απλώς ρητορικό. Συνδέεται άμεσα με το αν η οικονομική πολιτική υπηρετεί πρωτίστως την κοινωνική αντοχή ή αν δίνει προτεραιότητα στη βελτίωση της εξωτερικής εικόνας της χώρας.
Το Ουσιαστικό Συμπέρασμα
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η χώρα μπορεί να εμφανίζει βελτιωμένους δείκτες δημόσιου χρέους, υψηλότερο ονομαστικό ΑΕΠ και πιο πειθαρχημένη δημοσιονομική εικόνα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η κοινωνία βιώνει αντίστοιχη ευημερία. Όταν οι νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές αυξάνονται, όταν οι ρυθμίσεις καλύπτουν μικρό μόνο ποσοστό του προβλήματος και όταν το ίδιο το κράτος διατηρεί καθυστερήσεις στις δικές του υποχρεώσεις, τότε η αφήγηση της γενικευμένης προόδου δεν μπορεί να σταθεί χωρίς σοβαρές επιφυλάξεις.
Η πολιτική συζήτηση δεν αρκεί να γίνεται μόνο με δείκτες κορυφής. Οφείλει να κρίνεται με βάση το αν ο πολίτης μπορεί πράγματι να ζήσει, να εργαστεί, να παράγει και να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του χωρίς να οδηγείται σε οικονομική και κοινωνική κατάρρευση.