Οι Αριθμοί Διαλύουν το Αφήγημα

Η κυβερνητική εικόνα δημοσιονομικής επιτυχίας συγκρούεται με τη συνεχιζόμενη αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών, τη χαμηλή αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων και την πραγματική οικονομική ασφυξία που βιώνουν πολίτες και επιχειρήσεις.

Περίληψη

Η επίσημη αφήγηση περί οικονομικής επιτυχίας στηρίζεται σε δείκτες μακροοικονομικής σταθερότητας, πρόωρες αποπληρωμές χρέους και αύξηση του ΑΕΠ. Όμως τα ίδια τα στοιχεία αποκαλύπτουν μια διαφορετική εικόνα: νέα ληξιπρόθεσμα χρέη, χαμηλή ένταξη σε ρυθμίσεις, περιορισμένη ρευστότητα και διαρκή πίεση πάνω στην κοινωνία και στην πραγματική οικονομία.

Κείμενο

Οι Αριθμοί Διαλύουν το Αφήγημα: Η Κυβέρνηση Πληρώνει το Χρέος προς τα Έξω, ενώ η Κοινωνία Πνίγεται στα Μέσα

Η κυβέρνηση επιμένει να προβάλλει μια εικόνα οικονομικής επιτυχίας, όμως οι ίδιοι οι αριθμοί δείχνουν κάτι πολύ διαφορετικό. Την ώρα που διαφημίζεται η δημοσιονομική σταθερότητα και η πρόωρη αποπληρωμή δημόσιου χρέους, τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς την εφορία έχουν ξεπεράσει τα 114,2 δισ. ευρώ, ενώ το πραγματικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο υπολογίζεται περίπου στα 79,18 δισ. ευρώ. Μόνο μέσα στο 2025 δημιουργήθηκαν περίπου 9,97 δισ. ευρώ νέες οφειλές, έναντι 8,5 δισ. ευρώ το 2024 και 7,3 δισ. ευρώ το 2023.

Η εικόνα αυτή δεν παραπέμπει σε κοινωνία ευημερίας. Παραπέμπει σε κοινωνία που εξαντλείται και αδυνατεί να ανταποκριθεί ακόμη και στις στοιχειώδεις οικονομικές της υποχρεώσεις.

Οι Ρυθμίσεις Δεν Αγγίζουν τη Μεγάλη Μάζα των Οφειλών

Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι μόλις το 6,65% των οφειλών βρίσκεται σε ενεργή ρύθμιση. Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν επιλύεται στην πράξη μέσω των πολυδιαφημισμένων ρυθμίσεων, αφού η συντριπτική μάζα των χρεών παραμένει εκτός πραγματικής διαχείρισης.

Όταν τόσο μικρό ποσοστό των οφειλών μπορεί να παραμένει ρυθμισμένο, το ουσιαστικό συμπέρασμα είναι ότι οι κυβερνητικές λύσεις δεν σχεδιάζονται με βάση τις πραγματικές αντοχές της κοινωνίας, αλλά κυρίως με βάση την ανάγκη διατήρησης μιας εισπρακτικής εικόνας του κράτους.

Η Φύση των Χρεών Αποκαλύπτει Βαθιά Έλλειψη Ρευστότητας

Η κατάσταση γίνεται ακόμη βαρύτερη αν εξεταστεί η φύση αυτών των χρεών. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στοιχεία, το 66,32% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου προέρχεται από φορολογικές οφειλές, κυρίως από ΦΠΑ και φόρο εισοδήματος. Το δεδομένο αυτό δεν δείχνει απλώς αμέλεια ή ασυνέπεια. Δείχνει βαθιά έλλειψη ρευστότητας στην αγορά και στα νοικοκυριά.

Όταν επιχειρήσεις και πολίτες δεν αντέχουν ούτε τις τρέχουσες φορολογικές τους υποχρεώσεις, τότε η κρατική αφήγηση περί ανθεκτικής οικονομίας ακούγεται όλο και πιο αποκομμένη από την κοινωνική πραγματικότητα.

Η Ασυμμετρία του Κράτους: Αυστηρό στην Είσπραξη, Αργό στην Απόδοση

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση ζητά από την κοινωνία πειθαρχία, ενώ το ίδιο το Δημόσιο εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικές ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις. Στο τέλος του 2025, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της Γενικής Κυβέρνησης καταγράφονταν στα 2,499 δισ. ευρώ και οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων στα 722 εκατ. ευρώ.

Η πολιτική κριτική ότι το κράτος είναι αυστηρό όταν εισπράττει αλλά αργό όταν το ίδιο οφείλει δεν αποτελεί απλό σύνθημα. Αντιθέτως, αποτυπώνει μια πραγματική και μετρήσιμη ασυμμετρία στη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού.

Το ΑΕΠ ως Επικοινωνιακό Επιχείρημα και όχι ως Απόδειξη Καθημερινής Ευημερίας

Μέσα σε αυτό το τοπίο, η επίκληση της αύξησης του ελληνικού ΑΕΠ κατά περίπου 37% την περίοδο 2019–2025 παρουσιάζεται ως απόδειξη προόδου. Ωστόσο, ένας τέτοιος αριθμός, όσο εντυπωσιακός κι αν ακούγεται, δεν αρκεί από μόνος του για να αποδείξει πραγματική βελτίωση της καθημερινής ζωής του πολίτη.

Το ονομαστικό ΑΕΠ μπορεί να αυξάνεται, αλλά αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αυξάνεται με τον ίδιο τρόπο και η πραγματική δυνατότητα ενός νοικοκυριού να πληρώνει ενοίκιο, ρεύμα, τρόφιμα, φόρους και εισφορές. Γι’ αυτό και το επικοινωνιακό επιχείρημα της μεγάλης ανόδου συγκρούεται ευθέως με την κοινωνική πραγματικότητα των συσσωρευμένων χρεών.

Η Πρόωρη Αποπληρωμή Χρέους και το Ζήτημα της Πολιτικής Ιεράρχησης

Την ίδια περίοδο, η χώρα συνεχίζει την πολιτική πρόωρης αποπληρωμής μνημονιακών δανείων. Η πρακτική αυτή παρουσιάζεται ως δείγμα ισχύος και αξιοπιστίας προς τις αγορές και τους πιστωτές. Όμως πολιτικά γεννά ένα ιδιαίτερα βαρύ ερώτημα: όταν υπάρχει τόσος ζήλος για τη βελτίωση της διεθνούς εικόνας της χώρας, γιατί δεν εμφανίζεται αντίστοιχη αποφασιστικότητα για μια πραγματική εσωτερική οικονομική ανάσα σε μια κοινωνία που βυθίζεται κάθε χρόνο σε νέα ληξιπρόθεσμα χρέη;

Το ερώτημα αυτό αφορά την ίδια την ιεράρχηση προτεραιοτήτων της οικονομικής πολιτικής. Αφορά το αν η κρατική αξιοπιστία εξαντλείται στη σχέση με τους εξωτερικούς πιστωτές ή αν περιλαμβάνει και ουσιαστική μέριμνα για την αντοχή της ίδιας της κοινωνίας.

Η Κορυφή των Δεικτών και η Βάση της Κοινωνίας Κινούνται Αντίθετα

Η αλήθεια δεν είναι ότι η οικονομία απογειώνεται και οι πολίτες απλώς διαμαρτύρονται υπερβολικά. Η αλήθεια είναι ότι η κορυφή των δεικτών και η βάση της κοινωνίας κινούνται σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Το κράτος πανηγυρίζει για τη μακροοικονομική του εικόνα, ενώ νοικοκυριά και επιχειρήσεις παράγουν νέα χρέη με ρυθμό σχεδόν 10 δισ. ευρώ τον χρόνο.

Αυτό δεν αποτελεί σημάδι γενικευμένης προόδου. Αποτελεί ένδειξη βαθιάς απόκλισης ανάμεσα στην επίσημη εικόνα και στην πραγματική ζωή, ανάμεσα στην κρατική αφήγηση και στην καθημερινή εμπειρία των πολιτών.

Συμπέρασμα: Πρόβλημα Οικονομίας, Πρόβλημα Πολιτικής Αλήθειας

Αν το ζήτημα ειπωθεί με τον πιο καθαρό πολιτικό τρόπο, το συμπέρασμα είναι το εξής: η κυβέρνηση φροντίζει να εμφανίζεται συνεπής προς τα έξω, ενώ αφήνει την κοινωνία να λυγίζει προς τα μέσα. Οι αριθμοί δείχνουν ότι η πίεση δεν μειώνεται αλλά συσσωρεύεται. Και όταν οι πολίτες χρωστούν ολοένα περισσότερο, ενώ η εξουσία εξακολουθεί να μιλά για επιτυχία, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς οικονομικό.

Είναι πρόβλημα πολιτικής αλήθειας, θεσμικής προτεραιότητας και πραγματικής σχέσης ανάμεσα στην κρατική εικόνα και στην κοινωνική πραγματικότητα.