Κείμενο
Δεν δεχόμαστε να παρουσιάζονται οι 240 δόσεις ως πράξη προστασίας του πολίτη, όταν στην ουσία μπορούν να λειτουργούν ως πράξη εξουδετέρωσής του.
Όταν ο πολίτης αμφισβητεί τη νομιμότητα, τη διαφάνεια, την αιτιολογία ή τη θεμελίωση της ίδιας της απαίτησης, δεν είναι δυνατόν η απάντηση να είναι: «υπόγραψε ότι χρωστάς και πλήρωνε για τα επόμενα χρόνια». Αυτό δεν είναι λύση δικαιοσύνης. Είναι μετατροπή της διαφωνίας σε αποδοχή και της αντίστασης σε διακανονισμένη υποταγή.
Οι 240 δόσεις δεν είναι απλή τεχνική διευκόλυνση. Είναι θεσμική πράξη με βαρύ νόημα. Ο πολίτης που υπάγεται σε τέτοιο σχήμα κινδυνεύει να εμφανιστεί ότι αναγνωρίζει την οφειλή, ότι αποδέχεται ως νόμιμο τον μηχανισμό που την επέβαλε και ότι τελικώς εγκαταλείπει τη βασική του θέση πως η απαίτηση είναι άδικη, υπερβολική ή ατεκμηρίωτη.
Αυτό ακριβώς είναι το επικίνδυνο σημείο: οι 240 δόσεις δεν περιορίζονται στο να «σπάνε» ένα ποσό σε πολλά μέρη. Μπορούν να αλλάζουν ολόκληρη τη νομική και θεσμική εικόνα της υπόθεσης. Ο πολίτης από αμφισβητίας κινδυνεύει να μετατραπεί σε αναγνωρίζοντα οφειλέτη. Από πρόσωπο που μάχεται την απαίτηση κινδυνεύει να μετατραπεί σε πρόσωπο που την αποδέχεται και απλώς εκλιπαρεί χρόνο.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη παγίδα. Διότι από τη στιγμή που ο πολίτης μπαίνει σε τέτοια λογική, το μελλοντικό του έδαφος δυσκολεύει. Η διοίκηση, το Δημόσιο ή κάθε αντίδικη πλευρά μπορούν αργότερα να αντιτάξουν ότι ο ίδιος αποδέχθηκε το χρέος, ότι συναίνεσε στην αποπληρωμή του, ότι αναγνώρισε την ύπαρξη και τη βασιμότητά του. Έτσι, η ίδια η ρύθμιση μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως όπλο εναντίον των μελλοντικών του αξιώσεων.
Οι 240 δόσεις επίσης δεν θεραπεύουν την αδικία. Τη χρονίζουν. Δεν αποκαθιστούν τον πολίτη. Τον κρατούν μέσα σε παρατεταμένη επιτήρηση. Δεν αναιρούν την επιβάρυνση. Τη μετατρέπουν σε μακρά αλυσίδα υποχρεώσεων, όπου η αρχική θεσμική βλάβη παραμένει άθικτη, αλλά αποκτά πλέον και τη σφραγίδα της συναίνεσης του ίδιου του παθόντος.
Γι’ αυτό αρνούμαστε αυτή τη λογική. Ο πολίτης δεν είναι υποχρεωμένος να υπογράφει πρώτα την αποδοχή της πίεσης που υφίσταται και μετά να ελπίζει ότι κάποτε θα δικαιωθεί. Δεν είναι υποχρεωμένος να αναγνωρίζει εκείνο που ο ίδιος θεωρεί άδικο. Δεν είναι υποχρεωμένος να μετατρέπει τη θεσμική του αντίρρηση σε πρόγραμμα πολυετούς πληρωμής.
Η δική μας θέση είναι αντίστροφη και απολύτως καθαρή: πρώτα εξετάζεται αν η απαίτηση είναι νόμιμη. Πρώτα ελέγχεται αν είναι διαφανής. Πρώτα μετράται αν είναι συμβατή με την πραγματική δυνατότητα αξιοπρεπούς διαβίωσης. Πρώτα προστατεύεται το μέλλον της δικαστικής, διοικητικής και αποζημιωτικής θέσης του πολίτη. Και μόνο αφού απαντηθούν αυτά, μπορεί να εξεταστεί αν υπάρχει οποιαδήποτε μορφή ρύθμισης που δεν τον παγιδεύει.
Οι 240 δόσεις, όταν χρησιμοποιούνται ως καθολική απάντηση σε κάθε αμφισβητούμενη οφειλή, δεν είναι εργαλείο δικαιοσύνης. Είναι μηχανισμός απορρόφησης της αντίρρησης. Είναι τρόπος να πάψει ο πολίτης να λέει «δεν το αποδέχομαι» και να αρχίσει να λέει «θα το πληρώνω». Είναι η διοικητική μετάφραση της υποταγής σε μηνιαία δόση.
Γι’ αυτό λέμε όχι. Όχι στις 240 δόσεις ως ψευδεπίγραφη σωτηρία. Όχι στις 240 δόσεις ως υπογραφή αναγνώρισης. Όχι στις 240 δόσεις ως εργαλείο μακροχρόνιας ομηρίας. Όχι στις 240 δόσεις όταν αυτό που χρειάζεται ο πολίτης δεν είναι κατανομή της αδικίας σε χρόνο, αλλά πλήρης θεσμική και νομική ανατροπή της.
