Η Εξατομικευμένη Μη Φοροδοτική Ικανότητα ως Νομική Βάση Αντίκρουσης του Τεκμαρτού

Η ουσιαστική αντίκρουση του τεκμαρτού δεν στηρίζεται σε αφηρημένη άρνηση του νόμου, αλλά στην απόδειξη ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο φορολογούμενος δεν διαθέτει πραγματική φοροδοτική ικανότητα πέραν του αναγκαίου ορίου επιβίωσης.

Περίληψη

Η έννοια της μη φοροδοτικής ικανότητας δεν ταυτίζεται με μια γενική ή θεωρητική οικονομική δυσχέρεια, αλλά με την ειδική και αποδείξιμη κατάσταση κατά την οποία ο φορολογούμενος, παρά τη λειτουργία ενός τεκμαρτού μηχανισμού προσδιορισμού εισοδήματος, δεν διαθέτει στην πράξη πραγματικό διαθέσιμο πλεόνασμα που να μπορεί να αποτελέσει βάση νόμιμης φορολογικής επιβάρυνσης. Το κέντρο βάρους, επομένως, μετατοπίζεται από το ερώτημα αν ο νομοθέτης μπορεί γενικά να θεσπίζει τεκμήρια, στο ερώτημα αν η συγκεκριμένη διοικητική εφαρμογή του τεκμηρίου ανταποκρίνεται στα πραγματικά δεδομένα της συγκεκριμένης ζωής, της συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας και της συγκεκριμένης οικονομικής αντοχής του διοικουμένου.

Η εξατομικευμένη αυτή προσέγγιση είναι κρίσιμη, διότι το τεκμαρτό σύστημα λειτουργεί ως γενικός μηχανισμός προσέγγισης και όχι ως απόλυτη καταγραφή της πραγματικής οικονομικής κατάστασης κάθε προσώπου. Όταν, όμως, στην πράξη αποδεικνύεται ότι ο φορολογούμενος τελεί σε συνθήκες ουσιώδους οικονομικής στενότητας, ότι το πραγματικό εισόδημά του υπολείπεται του ελάχιστου αναγκαίου κόστους αξιοπρεπούς διαβίωσης ή ότι η επαγγελματική του δραστηριότητα έχει συρρικνωθεί λόγω αντικειμενικών παραγόντων, τότε το τεκμαρτό αποτέλεσμα παύει να λειτουργεί ως εύλογη ένδειξη και μετατρέπεται σε πλασματική επιβάρυνση.

Η νομική σημασία της μη φοροδοτικής ικανότητας έγκειται ακριβώς στο ότι ο φόρος δεν επιτρέπεται να επιβάλλεται επί κατασκευασμένης οικονομικής δυνατότητας, όταν τα πραγματικά δεδομένα αποδεικνύουν ότι ο πολίτης αγωνίζεται να καλύψει ανάγκες στοιχειώδους διαβίωσης. Στέγαση, ηλεκτρικό ρεύμα, ύδρευση, θέρμανση, διατροφή, μετακίνηση, ιατρική φροντίδα, βασικές οικογενειακές υποχρεώσεις, δαπάνες για τέκνα ή εξαρτώμενα πρόσωπα, καθώς και άλλες πάγιες και ανελαστικές επιβαρύνσεις, δεν αποτελούν περιθωριακά στοιχεία αλλά τον ίδιο τον πυρήνα της αξιολόγησης της πραγματικής φοροδοτικής δυνατότητας. Αν αυτά απορροφούν ουσιωδώς το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, τότε η τεκμαρτή υπέρβαση του εισοδήματος αυτού δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αυτονόητη φορολογητέα ύλη.

Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται και η ανάγκη ειδικής διοικητικής αιτιολογίας. Δεν αρκεί η επίκληση του νόμου ή η μηχανική εφαρμογή ενός τεκμαρτού μαθηματικού σχήματος. Απαιτείται ουσιαστική εξέταση των ατομικών περιστάσεων, των αποδεικτικών στοιχείων και της πραγματικής οικονομικής λειτουργίας της δραστηριότητας του φορολογουμένου. Αν η διοίκηση παρακάμπτει τα συγκεκριμένα αυτά δεδομένα και επιμένει στην εφαρμογή ενός τεκμηρίου που δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα, τότε η πράξη της καθίσταται ευάλωτη ως ελλιπώς αιτιολογημένη, δυσανάλογη και αποσυνδεδεμένη από τη συνταγματική αρχή της φοροδοτικής ικανότητας.

Η εξατομικευμένη μη φοροδοτική ικανότητα δεν αποτελεί, συνεπώς, ρητορικό επιχείρημα αλλά αποδεικτικό και νομικό θεμέλιο. Ο φορολογούμενος οφείλει να συγκεντρώνει στοιχεία που αποτυπώνουν τη συνολική οικονομική του κατάσταση και όχι μόνο λογιστικά ή τυπικά φορολογικά δεδομένα. Στο πλαίσιο αυτό αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα η πραγματική κίνηση τραπεζικών λογαριασμών, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές, οι ανείσπρακτες απαιτήσεις, τα αποδεικτικά επαγγελματικής κάμψης, οι ιατρικές ή οικογενειακές επιβαρύνσεις, τα πάγια έξοδα επιβίωσης και γενικότερα κάθε στοιχείο που αποδεικνύει ότι το πρόσωπο δεν απολαμβάνει στην πράξη την οικονομική δυνατότητα που του αποδίδει το τεκμαρτό σχήμα.

Υπό το πρίσμα αυτό, η αντίκρουση του τεκμαρτού πρέπει να παρουσιάζεται όχι ως αμφισβήτηση της κρατικής εξουσίας φορολόγησης καθεαυτής, αλλά ως απαίτηση ουσιαστικής προσαρμογής της διοικητικής κρίσης στην πραγματικότητα. Ο νόμος δεν μπορεί να μετατρέπεται σε μηχανισμό παραγωγής φορολογικής φαντασίας, ούτε η διοίκηση να αγνοεί ότι η επιβάρυνση ανθρώπων χωρίς πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα οδηγεί σε αποτελέσματα αντίθετα προς την αναλογικότητα, την ασφάλεια δικαίου και την ίδια τη θεμελιώδη έννοια της δίκαιης φορολόγησης.

Συνεπώς, η πιο ώριμη και νομικά ισχυρή στρατηγική δεν είναι να προβάλλεται αορίστως ότι το τεκμαρτό είναι πάντοτε άδικο, αλλά να αποδεικνύεται συστηματικά ότι, στην ειδική εξεταζόμενη περίπτωση, ο φορολογούμενος δεν διαθέτει πραγματική φοροδοτική ικανότητα πέραν του αναγκαίου επιπέδου επιβίωσης. Από το σημείο αυτό και έπειτα, κάθε διοικητική επιμονή στον τεκμαρτό προσδιορισμό, χωρίς ουσιαστική στάθμιση των ατομικών στοιχείων, μπορεί να αναδειχθεί ως εφαρμογή νομικά ελαττωματική, ουσιαστικά άδικη και δεκτική ακύρωσης ή διορθωτικής επανεκτίμησης.

Κείμενο