Το Ελάχιστο Κόστος Διαβίωσης ως Όριο Απαίτησης

Το Ελάχιστο Κόστος Διαβίωσης λειτουργεί ως θεσμικό κατώτατο όριο κάτω από το οποίο κάθε απαίτηση πληρωμής, φορολόγησης, κατάσχεσης ή ρύθμισης πρέπει να ελέγχεται αυστηρά ως προς τη νομιμότητα και την αναλογικότητά της.

Περίληψη

Πριν από κάθε απαίτηση του κράτους, τράπεζας, servicer ή άλλου φορέα πρέπει να εξετάζεται αν ο πολίτης διαθέτει πραγματικό οικονομικό πλεόνασμα μετά την κάλυψη των αναγκαίων δαπανών ζωής. Το Ελάχιστο Κόστος Διαβίωσης δεν είναι θεωρητικό μέγεθος. Είναι το πρακτικό όριο που διαχωρίζει την πραγματική δυνατότητα πληρωμής από τον οικονομικό καταναγκασμό.

Κείμενο

Το Ελάχιστο Κόστος Διαβίωσης αποτελεί το θεμέλιο κάθε σοβαρής συζήτησης για χρέη, φόρους, τεκμήρια, πρόστιμα, ρυθμίσεις, κατασχέσεις και τραπεζικές απαιτήσεις. Πριν ερωτηθεί ο πολίτης γιατί δεν πληρώνει, πρέπει να εξεταστεί αν μπορεί πραγματικά να πληρώσει χωρίς να στερηθεί τα αναγκαία μέσα αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Η ύπαρξη μιας λογιστικής οφειλής δεν αποδεικνύει από μόνη της πραγματική δυνατότητα πληρωμής. Μπορεί κάποιος να εμφανίζεται ως οφειλέτης, αλλά το εισόδημά του να εξαντλείται πλήρως σε στέγαση, ενέργεια, διατροφή, υγεία, μετακίνηση, επικοινωνία, βασικές οικογενειακές ανάγκες και αναγκαίες απρόβλεπτες δαπάνες. Σε αυτή την περίπτωση, η απαίτηση πληρωμής δεν στηρίζεται σε πραγματική φοροδοτική ή οικονομική ικανότητα, αλλά σε διοικητική ή συμβατική πίεση.

Το κράτος δεν μπορεί να μεταχειρίζεται τον πολίτη ως ανεξάντλητη εισπρακτική μονάδα. Η φορολογική διοίκηση, πριν επιβάλει φόρους, τεκμήρια, πρόστιμα ή μέτρα αναγκαστικής είσπραξης, οφείλει να εξετάζει αν υπάρχει πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα. Αν το σύνολο των αναγκαίων δαπανών υπερβαίνει ή εξαντλεί το εισόδημα, τότε δεν υπάρχει ουσιαστική φοροδοτική ικανότητα.

Το ίδιο ισχύει και για τις τράπεζες, τα funds και τους servicers. Δεν αρκεί να επικαλούνται μία απαίτηση. Πρέπει να εξετάζεται αν η απαίτηση αυτή, ακόμη και αν υποτεθεί ότι είναι νόμιμη, μπορεί να ικανοποιηθεί χωρίς να καταστρέφεται η στοιχειώδης διαβίωση του οφειλέτη και της οικογένειάς του.

Το Ελάχιστο Κόστος Διαβίωσης λειτουργεί ως όριο αναλογικότητας. Κάτω από αυτό το όριο, η επιβολή πληρωμής, κατάσχεσης ή ρύθμισης με υπερβολικές δόσεις οδηγεί σε πρακτική αδυναμία ζωής. Δεν πρόκειται πλέον για απλή οικονομική δυσκολία, αλλά για θεσμική παραβίαση της ισορροπίας ανάμεσα στην απαίτηση του πιστωτή ή του κράτους και στην προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Η λογική αυτή ανατρέπει την ευκολία των τεκμηρίων. Δεν μπορεί το κράτος να υποθέτει εισόδημα όταν η πραγματικότητα δείχνει ανεπάρκεια. Δεν μπορεί να δημιουργεί φορολογητέα ύλη με λογιστικές παραδοχές, όταν οι πραγματικές συνθήκες ζωής αποδεικνύουν ότι ο πολίτης δεν έχει πλεόνασμα. Το τεκμήριο δεν μπορεί να υπερισχύει της πραγματικότητας.

Η ίδια αρχή ισχύει και απέναντι στις ρυθμίσεις οφειλών. Μία ρύθμιση δεν είναι δίκαιη μόνο επειδή μειώνει προσωρινά την πίεση. Είναι δίκαιη μόνο αν οι δόσεις της είναι συμβατές με το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα μετά την κάλυψη του Ελάχιστου Κόστους Διαβίωσης. Διαφορετικά, η ρύθμιση γίνεται παγίδα νέας αθέτησης και όχι λύση.

Γι’ αυτό το Ελάχιστο Κόστος Διαβίωσης πρέπει να προηγείται κάθε εισπρακτικής ή δικαστικής κρίσης. Πρώτα υπολογίζεται το αναγκαίο κόστος ζωής. Έπειτα υπολογίζεται το πραγματικό εισόδημα. Μόνο αν απομένει καθαρό, πραγματικό και σταθερό πλεόνασμα μπορεί να συζητηθεί οποιαδήποτε απαίτηση πληρωμής.

Αν δεν υπάρχει πλεόνασμα, η απαίτηση πρέπει να αναστέλλεται, να περιορίζεται, να επανεξετάζεται ή να απορρίπτεται ως δυσανάλογη, ανάλογα με την περίπτωση. Η αδυναμία πληρωμής δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως κακοπιστία όταν προκύπτει από πραγματικά δεδομένα ζωής.

Ο πολίτης δεν ζητά προνόμιο όταν επικαλείται το Ελάχιστο Κόστος Διαβίωσης. Ζητά να αναγνωριστεί το αυτονόητο: ότι καμία απαίτηση, κρατική ή ιδιωτική, δεν μπορεί να προηγείται της ίδιας της ανθρώπινης επιβίωσης. Η αξιοπρεπής διαβίωση δεν είναι υπόλοιπο μετά την είσπραξη. Είναι το όριο πριν από την είσπραξη.