Κείμενο
Η βασική αρχή είναι απλή: πριν από τον ΕΦΚΑ, πριν από τον ΦΠΑ, πριν από τον φόρο και πριν από κάθε ρύθμιση, υπάρχει ο άνθρωπος και η αξιοπρεπής διαβίωσή του.
Το ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν είναι μια αφηρημένη κοινωνική έννοια. Είναι πρακτικό όριο. Είναι το σημείο κάτω από το οποίο η οικονομική απαίτηση παύει να είναι απλώς υποχρέωση και μετατρέπεται σε απειλή για την ίδια τη ζωή, την οικογένεια, την εργασία και την κοινωνική ύπαρξη του πολίτη.
Όταν το κράτος ζητά ΕΦΚΑ, ΦΠΑ, φόρους, προσαυξήσεις ή δόσεις, δεν μπορεί να εξετάζει μόνο το ποσό της απαίτησης. Πρέπει να εξετάζει και το αποτέλεσμα της απαίτησης πάνω στον άνθρωπο. Αν η πληρωμή οδηγεί σε αδυναμία στέγασης, τροφής, υγείας, μετακίνησης, θέρμανσης, επαγγελματικής λειτουργίας ή οικογενειακής προστασίας, τότε η απαίτηση πρέπει να σταθμίζεται εκ νέου.
1. Η οικονομική υποχρέωση δεν μπορεί να προηγείται της ζωής
Η φορολογική και ασφαλιστική υποχρέωση έχει σημασία. Δεν αμφισβητείται ότι ένα κράτος χρειάζεται έσοδα και ότι η κοινωνική ασφάλιση χρειάζεται χρηματοδότηση. Όμως η υποχρέωση αυτή δεν μπορεί να λειτουργεί σαν απόλυτη εντολή που προηγείται της ίδιας της επιβίωσης.
Δεν μπορεί να υπάρχει λογική σύμφωνα με την οποία πρώτα πληρώνεται ο ΕΦΚΑ, πρώτα αποδίδεται ο ΦΠΑ, πρώτα πληρώνεται ο φόρος, πρώτα εξυπηρετείται η ρύθμιση, και μόνο στο τέλος εξετάζεται αν ο πολίτης έχει αρκετά για να ζήσει.
Αυτή η σειρά είναι θεσμικά αντεστραμμένη. Η ορθή σειρά είναι διαφορετική:
πρώτα η αξιοπρεπής διαβίωση,
μετά η βασική λειτουργία της επαγγελματικής δραστηριότητας,
μετά η πραγματική αποτύπωση του διαθέσιμου εισοδήματος,
και μόνο κατόπιν η εξέταση ασφαλιστικών, φορολογικών ή άλλων υποχρεώσεων.
Αν η Διοίκηση αγνοεί αυτή τη σειρά, τότε δεν μετρά πραγματική ικανότητα πληρωμής. Μετρά μόνο οφειλές. Και η μέτρηση οφειλών χωρίς μέτρηση δυνατότητας δεν είναι δίκαιη διοίκηση.
2. Το ελάχιστο κόστος διαβίωσης ως αποδεικτικό εργαλείο
Το ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης πρέπει να μετατρέπεται σε αποδεικτικό εργαλείο. Δεν αρκεί να λέγεται γενικά ότι ο πολίτης δυσκολεύεται. Πρέπει να αποτυπώνεται με αριθμούς τι χρειάζεται για να ζήσει αξιοπρεπώς.
Ο υπολογισμός πρέπει να περιλαμβάνει, ανάλογα με την περίπτωση:
στέγαση,
διατροφή,
ενέργεια,
ύδρευση,
υγεία,
φάρμακα,
μετακίνηση,
επικοινωνίες,
ένδυση,
βασικές οικογενειακές ανάγκες,
εκπαίδευση παιδιών όπου υπάρχει,
έξοδα φροντίδας,
και κάθε αναγκαία δαπάνη που συνδέεται με την αξιοπρεπή διαβίωση.
Αυτός ο υπολογισμός δεν είναι πολυτέλεια. Είναι το κατώφλι κάτω από το οποίο δεν μπορεί να απαιτείται πληρωμή χωρίς να δημιουργείται σοβαρή βλάβη.
3. Η σχέση με τον ΕΦΚΑ
Στην περίπτωση του ΕΦΚΑ, το ελάχιστο κόστος διαβίωσης έχει κρίσιμη σημασία. Ο ασφαλισμένος ή ο επαγγελματίας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν να έχει πάντα διαθέσιμο εισόδημα μόνο και μόνο επειδή έχει επαγγελματική δραστηριότητα.
Η ύπαρξη δραστηριότητας δεν σημαίνει αυτομάτως ύπαρξη καθαρού εισοδήματος. Μια επιχείρηση ή επαγγελματική δραστηριότητα μπορεί να έχει τζίρο αλλά όχι πραγματικό διαθέσιμο υπόλοιπο. Μπορεί να έχει τιμολόγια αλλά όχι εισπράξεις. Μπορεί να έχει υποχρεώσεις που τρέχουν ενώ οι πληρωμές καθυστερούν.
Γι’ αυτό η απαίτηση ασφαλιστικών εισφορών πρέπει να εξετάζεται σε σχέση με το πραγματικό οικονομικό αποτέλεσμα. Αν μετά τα βασικά έξοδα διαβίωσης και λειτουργίας δεν υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, τότε η απαίτηση του ΕΦΚΑ δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απλή απροθυμία πληρωμής. Πρέπει να εξετάζεται ως ζήτημα αντικειμενικής αδυναμίας και θεσμικής στάθμισης.
4. Η σχέση με τον ΦΠΑ
Ο ΦΠΑ έχει ιδιαίτερη δυσκολία, διότι τυπικά θεωρείται ποσό που εισπράττεται και αποδίδεται. Στην πράξη, όμως, πολλές μικρές επιχειρήσεις δεν λειτουργούν σε ιδανικό περιβάλλον. Υπάρχουν καθυστερημένες εισπράξεις, επισφάλειες, ανάγκη κάλυψης άμεσων εξόδων, πίεση ρευστότητας και υποχρεώσεις που τρέχουν ταυτόχρονα.
Όταν η επιχείρηση δεν έχει πραγματική ρευστότητα, το ποσό του ΦΠΑ μπορεί να έχει χρησιμοποιηθεί για να πληρωθούν άμεσα λειτουργικά έξοδα, μισθώματα, ενέργεια, προμηθευτές, μετακινήσεις ή βασικές ανάγκες επιβίωσης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ΦΠΑ παύει να είναι υποχρέωση. Σημαίνει όμως ότι η αδυναμία απόδοσής του πρέπει να εξετάζεται μέσα στο πραγματικό οικονομικό πλαίσιο. Δεν μπορεί κάθε καθυστέρηση ή αδυναμία να παρουσιάζεται αυτομάτως ως δόλια ή κακόπιστη συμπεριφορά, όταν τα στοιχεία δείχνουν ότι υπήρχε αντικειμενική οικονομική ασφυξία.
5. Η σχέση με τους φόρους
Το ίδιο ισχύει και για τους φόρους. Η φορολογική υποχρέωση δεν μπορεί να αποκόπτεται από τη φοροδοτική ικανότητα. Αν ο πολίτης ή ο επαγγελματίας δεν έχει πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα μετά την κάλυψη των αναγκαίων δαπανών, τότε τίθεται ζήτημα αναλογικότητας και πραγματικής δυνατότητας πληρωμής.
Η φορολογία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε μηχανισμό εξάντλησης. Δεν πρέπει να λειτουργεί σαν απαίτηση που απορροφά ό,τι χρειάζεται ο άνθρωπος για να ζήσει. Η φορολογική επιβάρυνση πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με την πραγματική οικονομική κατάσταση και όχι μόνο με λογιστικές εγγραφές ή τεκμαρτές παραδοχές.
6. Η πρακτική σειρά του ελέγχου
Σε κάθε υπόθεση πρέπει να εφαρμόζεται μια καθαρή σειρά ελέγχου:
Πρώτα υπολογίζεται το ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Μετά υπολογίζεται το πραγματικό λειτουργικό κόστος της επαγγελματικής δραστηριότητας.
Μετά καταγράφονται τα πραγματικά έσοδα και οι πραγματικές εισπράξεις.
Μετά αφαιρούνται οι αναγκαίες δαπάνες.
Μετά προσδιορίζεται το πραγματικό διαθέσιμο υπόλοιπο.
Και μόνο τότε εξετάζεται αν υπάρχει περιθώριο πληρωμής για ΕΦΚΑ, ΦΠΑ, φόρους ή ρυθμίσεις.
Αν αυτή η σειρά δεν τηρείται, τότε ο πολίτης οδηγείται σε ψευδή εικόνα δυνατότητας. Εμφανίζεται ως οφειλέτης, ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να είναι άνθρωπος χωρίς πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.
7. Ο πίνακας ως κέντρο της απόδειξης
Στο κέντρο αυτής της λογικής πρέπει να βρίσκεται ένας καθαρός οικονομικός πίνακας. Ο πίνακας αυτός δεν είναι απλή λογιστική καταγραφή. Είναι το εργαλείο που δείχνει αν υπήρχε ή δεν υπήρχε πραγματική δυνατότητα πληρωμής.
Ο πίνακας πρέπει να αποτυπώνει, για κάθε κρίσιμη περίοδο:
πραγματικά έσοδα,
πραγματικές εισπράξεις,
καθυστερημένες πληρωμές,
επαγγελματικά έξοδα,
λειτουργικό κόστος,
ΦΠΑ,
φόρους,
ΕΦΚΑ,
οικογενειακές δαπάνες,
έξοδα υγείας,
έξοδα μετακίνησης,
ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης,
υπόλοιπο μετά τις αναγκαίες δαπάνες,
και πραγματικό περιθώριο πληρωμής.
Αν ο πίνακας δείχνει θετικό υπόλοιπο, τότε μπορεί να εξεταστεί αν υπάρχει δυνατότητα πληρωμής και σε ποιο ύψος. Αν όμως δείχνει μηδενικό ή αρνητικό υπόλοιπο, τότε η απαίτηση δεν μπορεί να εμφανίζεται ως απλή άρνηση πληρωμής. Πρέπει να εξετάζεται ως αντικειμενική αδυναμία.
8. Η θεσμική συνέπεια του ελάχιστου κόστους διαβίωσης
Η θεσμική συνέπεια είναι σαφής: το ελάχιστο κόστος διαβίωσης πρέπει να προηγείται κάθε μηχανισμού είσπραξης, ρύθμισης ή καταλογισμού.
Αν ο πολίτης δεν μπορεί να καλύψει τις βασικές ανάγκες του, τότε η Διοίκηση δεν μπορεί να τον αντιμετωπίζει σαν να υπάρχει πραγματική οικονομική δυνατότητα. Η δυνατότητα πληρωμής δεν τεκμαίρεται από την ύπαρξη οφειλής. Πρέπει να αποδεικνύεται από τα πραγματικά δεδομένα.
Η αξίωση του κράτους πρέπει να συναντά το όριο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Όταν το κράτος αγνοεί αυτό το όριο, η είσπραξη παύει να είναι απλή οικονομική διαδικασία και μετατρέπεται σε θεσμική πίεση.
9. Η δίκαιη διοίκηση μετρά και ανάγκες, όχι μόνο οφειλές
Ένα δίκαιο διοικητικό σύστημα δεν αρκεί να καταγράφει οφειλές. Πρέπει να μπορεί να καταγράφει και ανάγκες. Δεν αρκεί να γνωρίζει πόσα ζητά. Πρέπει να εξετάζει και τι αφήνει στον πολίτη μετά την απαίτηση.
Αν η Διοίκηση βλέπει μόνο το ποσό της οφειλής και όχι τον άνθρωπο πίσω από αυτήν, τότε η διαδικασία γίνεται μονομερής. Ο πολίτης μετατρέπεται σε αριθμό, η ζωή του σε υπόλοιπο λογαριασμού και η αξιοπρέπεια σε μεταβλητή που αγνοείται.
Η δίκαιη διοίκηση πρέπει να βλέπει τη συνολική εικόνα: εισόδημα, έξοδα, οικογένεια, υγεία, εργασία, καθυστερημένες πληρωμές, πραγματική ρευστότητα, επαγγελματική λειτουργία και ελάχιστο κόστος διαβίωσης.
10. Η ρύθμιση χωρίς έλεγχο δυνατότητας είναι ελλιπής προστασία
Μια ρύθμιση μπορεί να φαίνεται ευνοϊκή επειδή σπάει την οφειλή σε δόσεις. Όμως, αν η δόση δεν μπορεί να πληρωθεί χωρίς να θιγεί η αξιοπρεπής διαβίωση, τότε η ρύθμιση δεν προστατεύει πραγματικά.
Η ρύθμιση χωρίς έλεγχο δυνατότητας μπορεί να λειτουργήσει ως παγίωση της βλάβης. Ο πολίτης εμφανίζεται τυπικά ενήμερος, αλλά στην πράξη πιέζεται να ζήσει κάτω από το ελάχιστο αναγκαίο επίπεδο. Έτσι, η ρύθμιση γίνεται μηχανισμός παράτασης της πίεσης και όχι πραγματική λύση.
Γι’ αυτό κάθε ρύθμιση πρέπει να απαντά σε ένα απλό ερώτημα:
Μετά τη δόση, μπορεί ο πολίτης να ζήσει με αξιοπρέπεια;
Αν η απάντηση είναι όχι, τότε η ρύθμιση δεν είναι βιώσιμη. Είναι απλώς τεχνικά οργανωμένη αδυναμία.
11. Η βασική θέση
Η βασική θέση μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:
Δεν μπορεί να ζητείται από τον πολίτη να πληρώσει ΕΦΚΑ, ΦΠΑ, φόρους ή ρυθμίσεις με χρήματα που είναι αναγκαία για την αξιοπρεπή διαβίωσή του.
Η υποχρέωση δεν εξαφανίζεται. Αλλά η επιβολή της πρέπει να σταθμίζεται. Η Διοίκηση πρέπει να εξετάζει όχι μόνο τι οφείλεται, αλλά και τι μπορεί πραγματικά να πληρωθεί χωρίς να καταστραφεί η ζωή, η οικογένεια ή η επαγγελματική δραστηριότητα του πολίτη.
Συμπέρασμα
Το ελάχιστο κόστος διαβίωσης πρέπει να λειτουργεί ως θεμελιώδες όριο πριν από κάθε απαίτηση ΕΦΚΑ, ΦΠΑ, φόρου ή ρύθμισης.
Δεν είναι λογικό να σχεδιάζεται πρώτα η είσπραξη και μετά να εξετάζεται αν ο πολίτης μπορεί να ζήσει. Η ορθή σειρά είναι αντίστροφη: πρώτα η αξιοπρεπής διαβίωση, μετά η πραγματική δυνατότητα λειτουργίας, μετά το διαθέσιμο εισόδημα και μόνο κατόπιν η πληρωμή.
Ένα κράτος που αγνοεί το ελάχιστο κόστος διαβίωσης δεν μετρά πραγματική φοροδοτική ή ασφαλιστική ικανότητα. Μετρά μόνο απαιτήσεις. Και όταν η απαίτηση αγνοεί την ανθρώπινη δυνατότητα, τότε η είσπραξη δεν είναι δίκαιη διοίκηση. Είναι θεσμική πίεση.
Ο πολίτης δεν πρέπει να οδηγείται να επιλέξει ανάμεσα στην επιβίωση και στην οφειλή. Πρέπει πρώτα να διασφαλίζεται ότι μπορεί να ζήσει, και μόνο μετά να εξετάζεται τι μπορεί πραγματικά να πληρώσει.




