Ειδική Ενότητα για ΕΦΚΑ: Η Ασφαλιστική Υποχρέωση υπό το Πρίσμα της Πραγματικής Δυνατότητας Πληρωμής

Η ασφαλιστική υποχρέωση δεν μπορεί να λειτουργεί μηχανικά, χωρίς να εξετάζεται αν ο πολίτης έχει πραγματική δυνατότητα πληρωμής μετά την κάλυψη του ελάχιστου κόστους διαβίωσης και του λειτουργικού κόστους της επαγγελματικής του δραστηριότητας.

Περίληψη

Το μείζον θεσμικό πρόβλημα με τον ΕΦΚΑ δεν είναι απλώς ότι ο πολίτης «δεν θέλει να πληρώσει». Είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις το οικονομικό, φορολογικό, διοικητικό και κρατικό περιβάλλον δημιουργεί αντικειμενική αδυναμία πληρωμής και στη συνέχεια εμφανίζει αυτή την αδυναμία ως ατομική παραβατικότητα. Η ασφαλιστική εισφορά δεν μπορεί να προηγείται της επιβίωσης, ούτε να επιβάλλεται σαν πάγιο βάρος αποκομμένο από την πραγματική δυνατότητα του πολίτη να ζήσει, να εργαστεί και να διατηρήσει την επαγγελματική του δραστηριότητα.

Κείμενο

Το μείζον θεσμικό πρόβλημα με τον ΕΦΚΑ δεν είναι απλώς η ύπαρξη ασφαλιστικής οφειλής. Δεν μιλάμε μόνο για έναν πολίτη που «δεν θέλει να πληρώσει». Μιλάμε για περιπτώσεις όπου το ίδιο το οικονομικό, φορολογικό, διοικητικό και κρατικό περιβάλλον δημιουργεί αντικειμενική αδυναμία πληρωμής και στη συνέχεια εμφανίζει αυτή την αδυναμία ως ατομική παραβατικότητα.

Για τους μη μισθωτούς, η ασφαλιστική υποχρέωση λειτουργεί μέσα από σύστημα ασφαλιστικών κατηγοριών που δεν συνδέεται πάντοτε με το πραγματικό καθαρό εισόδημα του ασφαλισμένου. Έτσι, η Διοίκηση δεν ξεκινά κατ’ ανάγκη από το κρίσιμο ερώτημα: «τι πραγματικά μπορεί να πληρώσει αυτός ο άνθρωπος;». Ξεκινά από την υποχρέωση υπαγωγής σε ασφαλιστική κατηγορία και από την πάγια απαίτηση καταβολής εισφορών.

Εδώ αρχίζει η φιλοσοφική, θεσμική και νομική σύγκρουση. Αν ένας νέος επαγγελματίας ή μια μικρή επιχείρηση δεν έχει σταθερό καθαρό εισόδημα, αν πληρώνεται καθυστερημένα, αν το Δημόσιο δεν εξοφλεί εγκαίρως έργα ή υπηρεσίες, αν υπάρχουν έξοδα επαγγελματικής λειτουργίας, ενοίκιο, ρεύμα, μετακινήσεις, λογιστής, οικογένεια, υγεία, και συγχρόνως υπάρχουν ΦΠΑ, φόρος, ασφαλιστικές εισφορές και λοιπές υποχρεώσεις, τότε το κράτος δεν μπορεί να παριστάνει ότι η αδυναμία πληρωμής είναι απλώς κακή συμπεριφορά του πολίτη.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο βαρύ όταν συνδυάζεται με τις φορολογικές υποχρεώσεις. Στην πράξη, πολλές μικρές επιχειρήσεις και ελεύθεροι επαγγελματίες δεν λειτουργούν σε ιδανικό λογιστικό περιβάλλον. Έχουν καθυστερημένες πληρωμές, επισφάλειες, πιεσμένο ταμείο, υποχρεώσεις που τρέχουν και ανάγκη να κρατήσουν ζωντανή την επαγγελματική δραστηριότητα. Σε τέτοιες συνθήκες, η ταυτόχρονη απαίτηση για ΦΠΑ, φόρο, ΕΦΚΑ, προκαταβολές, ρυθμίσεις και προσαυξήσεις μπορεί να δημιουργεί πραγματική οικονομική ασφυξία.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι το εξής: μπορεί το κράτος να απαιτεί από τον πολίτη ασφαλιστικές και φορολογικές πληρωμές, όταν το ίδιο το θεσμικό και οικονομικό πλαίσιο δεν του αφήνει πραγματικό περιθώριο να ζήσει, να εργαστεί και να λειτουργήσει επαγγελματικά;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μηχανική. Δεν λέμε ότι ο ΕΦΚΑ δεν έχει σκοπό. Δεν λέμε ότι η κοινωνική ασφάλιση δεν πρέπει να χρηματοδοτείται. Λέμε όμως ότι η υποχρέωση καταβολής εισφορών δεν μπορεί να αποκόπτεται από την πραγματικότητα. Δεν μπορεί ο επαγγελματίας να αντιμετωπίζεται σαν να διαθέτει πάντοτε καθαρό εισόδημα. Δεν μπορεί η ασφαλιστική υποχρέωση να λειτουργεί σαν σταθερό βάρος πάνω στην ίδια την ύπαρξη της επαγγελματικής δραστηριότητας, ανεξάρτητα από το αν η δραστηριότητα αυτή παράγει πράγματι διαθέσιμο εισόδημα.

Η βασική αρχή είναι απλή και θεμελιώδης:

Η ασφαλιστική εισφορά δεν μπορεί να προηγείται της επιβίωσης.

Πρώτα υπάρχει ο άνθρωπος. Μετά η εργασία. Μετά η επιχείρηση. Μετά η κοινωνική ασφάλιση. Αν το σύστημα αντιστρέφει αυτή τη σειρά και λέει πρώτα ΕΦΚΑ, πρώτα ΦΠΑ, πρώτα φόρος, πρώτα προσαυξήσεις, πρώτα ρυθμίσεις, και στο τέλος ό,τι περισσέψει για διαβίωση, τότε έχουμε θεσμική αντιστροφή. Η Διοίκηση δεν υπηρετεί τον άνθρωπο· ο άνθρωπος μετατρέπεται σε καύσιμο της Διοίκησης.

Σε αυτή την περίπτωση, η αδυναμία πληρωμής δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως απλή οφειλή. Πρέπει να εξετάζεται ως σύμπτωμα συστημικής αστοχίας. Η αγορά δεν παράγει πάντοτε επαρκές καθαρό εισόδημα. Το κράτος απαιτεί πάγια ποσά ανεξάρτητα από τη ρευστότητα. Το Δημόσιο πολλές φορές καθυστερεί να πληρώσει. Οι μικρές επιχειρήσεις λειτουργούν με πραγματική ανασφάλεια. Οι φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις προηγούνται των βασικών αναγκών. Και τελικά ο πολίτης καλείται να πληρώσει όχι μόνο την εισφορά, αλλά και τις συνέπειες ενός θεσμικού πλαισίου που τον έφερε σε αδυναμία.

Το ζήτημα έχει τρία επίπεδα.

Πρώτον, οικονομικό επίπεδο. Πρέπει να αποδεικνύεται αριθμητικά ότι δεν υπάρχει πραγματικό διαθέσιμο υπόλοιπο. Όχι γενικά και αόριστα «δεν μπορώ», αλλά με πίνακα: έσοδα, έξοδα επιχείρησης, ΦΠΑ, φόροι, ΕΦΚΑ, οικογενειακές ανάγκες, ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης. Αν ο πίνακας δείχνει ότι μετά την κάλυψη του ελάχιστου κόστους διαβίωσης και του βασικού λειτουργικού κόστους της επαγγελματικής δραστηριότητας δεν απομένει ποσό για ΕΦΚΑ, ΦΠΑ ή φόρο, τότε η απαίτηση δεν είναι απλώς δύσκολη. Είναι πρακτικά μη εκτελέσιμη χωρίς πρόκληση βλάβης.

Δεύτερον, θεσμικό επίπεδο. Ο πολίτης δεν αρνείται την κοινωνική ασφάλιση. Αρνείται να θεωρηθεί η αδυναμία του ως υπαιτιότητα, όταν αυτή προκύπτει από αντικειμενική οικονομική ανεπάρκεια, κρατικές καθυστερήσεις, δυσανάλογες επιβαρύνσεις, ανεπαρκή ρευστότητα και μη συνεκτίμηση της αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Τρίτον, νομικοπολιτικό επίπεδο. Το κράτος δεν μπορεί να δημιουργεί ή να επιτείνει συνθήκες αδυναμίας και μετά να τιμωρεί τον πολίτη επειδή δεν υπερέβη την αδυναμία αυτή. Όταν η ίδια η Πολιτεία, με πολιτικές επιλογές, καθυστερήσεις πληρωμών, υπέρμετρες επιβαρύνσεις και ακαμψία εισφορών, συμβάλλει στη δημιουργία οικονομικής ασφυξίας, δεν μπορεί στη συνέχεια να εμφανίζει τον πολίτη σαν στρατηγικό κακοπληρωτή.

Η φράση-κλειδί είναι:

Δεν υπάρχει πραγματική ασφαλιστική υποχρέωση χωρίς πραγματική ασφαλιστική δυνατότητα. Και δεν υπάρχει πραγματική δυνατότητα όταν η καταβολή εισφορών προϋποθέτει την προσβολή της αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Για τον ΕΦΚΑ, επομένως, η θεσμική στάθμιση πρέπει να ακολουθεί διαφορετική σειρά:

Πρώτα ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Μετά λειτουργικό κόστος επαγγελματικής δραστηριότητας.

Μετά έλεγχος πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος.

Και μόνο τότε ασφαλιστική εισφορά, ΦΠΑ, φόρος ή ρύθμιση.

Αν δεν ακολουθείται αυτή η σειρά, τότε το σύστημα δεν μετρά πραγματική ικανότητα πληρωμής. Μετρά μόνο υποχρεώσεις. Και ένα κράτος που μετρά μόνο υποχρεώσεις χωρίς να μετρά δυνατότητα δεν ασκεί δίκαιη διοίκηση· ασκεί πίεση.

Η Διοίκηση οφείλει να εξετάζει αν η απαίτηση ασφαλιστικών εισφορών οδηγεί σε απώλεια βασικών μέσων διαβίωσης, σε αδυναμία συνέχισης της επαγγελματικής δραστηριότητας, σε υπερχρέωση, σε απώλεια ενημερότητας, σε αποκλεισμό από έργα ή σε συνολική οικονομική απορρύθμιση. Η ασφαλιστική υποχρέωση δεν μπορεί να αποσυνδέεται από την πραγματική οικονομική βάση που την καθιστά εφικτή.

Ο πολίτης δεν πρέπει να διώκεται επειδή δεν πλήρωσε αυτό που αντικειμενικά δεν μπορούσε να πληρώσει χωρίς να διαλύσει τη ζωή, την οικογένεια ή την επιχείρησή του. Αυτό δεν είναι άρνηση υποχρέωσης. Είναι απαίτηση θεσμικής στάθμισης.

Η αδυναμία πληρωμής προς τον ΕΦΚΑ δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μηχανικά ως ατομική παραβατικότητα. Πρέπει να εξετάζεται αν προκύπτει από πραγματικό εισοδηματικό έλλειμμα, από κρατικές καθυστερήσεις, από υπέρμετρη συσσώρευση φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών, από απώλεια εργασιών, από οικονομική κρίση ή από θεσμικές επιλογές που μετέφεραν βάρη στον πολίτη χωρίς να του αφήνουν πραγματική δυνατότητα συμμόρφωσης.

Στο πλαίσιο αυτό, πριν από τη βεβαίωση, προσαύξηση, αναγκαστική είσπραξη ή διατήρηση δυσμενών μέτρων, πρέπει να εξετάζονται ιδίως:

α) το πραγματικό καθαρό εισόδημα του ασφαλισμένου,

β) το ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης,

γ) το λειτουργικό κόστος της επαγγελματικής δραστηριότητας,

δ) οι φορολογικές υποχρεώσεις που συντρέχουν παράλληλα,

ε) οι οικογενειακές, στεγαστικές, υγειονομικές και βασικές προσωπικές ανάγκες,

στ) η ύπαρξη καθυστερημένων πληρωμών από το Δημόσιο ή από τρίτους,

ζ) η πραγματική ρευστότητα και όχι μόνο το λογιστικό εισόδημα,

η) οι συνέπειες της απώλειας ασφαλιστικής ενημερότητας,

θ) ο κίνδυνος επαγγελματικής εξόντωσης,

ι) η δυνατότητα βιώσιμης και αναλογικής ρύθμισης.

Η ασφαλιστική εισφορά πρέπει να συνδέεται με τη δυνατότητα πραγματικής συμμόρφωσης. Αν η καταβολή της προϋποθέτει την αδυναμία πληρωμής ενοικίου, τροφής, υγείας, επαγγελματικών εξόδων ή οικογενειακών αναγκών, τότε δεν έχουμε δίκαιη ασφαλιστική επιβάρυνση, αλλά θεσμική μετακύλιση αδυναμίας στον πολίτη.

Συνεπώς, η ειδική ενότητα για τον ΕΦΚΑ πρέπει να στηρίζεται στην αρχή ότι η κοινωνική ασφάλιση δεν μπορεί να χρηματοδοτείται με τρόπο που καταστρέφει τον ίδιο τον ασφαλισμένο. Η Διοίκηση οφείλει να ζητά εισφορές μέσα στα όρια της αναλογικότητας, της χρηστής διοίκησης, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της πραγματικής οικονομικής δυνατότητας.

Η ασφαλιστική απαίτηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απόλυτη αριθμητική εντολή αποκομμένη από τη ζωή. Πρέπει να ελέγχεται αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο πολίτης μπορούσε πράγματι να πληρώσει χωρίς να στερηθεί τα αναγκαία μέσα διαβίωσης και χωρίς να οδηγηθεί σε επαγγελματική ή οικογενειακή κατάρρευση.

Η τελική θέση είναι σαφής: δεν ζητείται η κατάργηση της ασφαλιστικής υποχρέωσης. Ζητείται να πάψει η μηχανική αντιμετώπιση της αδυναμίας πληρωμής ως ατομικής ενοχής. Ζητείται να αναγνωριστεί ότι χωρίς πραγματική ασφαλιστική δυνατότητα, χωρίς προηγούμενη στάθμιση και χωρίς προστασία της αξιοπρεπούς διαβίωσης, η ασφαλιστική απαίτηση μετατρέπεται από θεσμό κοινωνικής προστασίας σε μηχανισμό οικονομικής πίεσης.

Η ασφαλιστική εισφορά δεν μπορεί να προηγείται της επιβίωσης. Και ο ΕΦΚΑ δεν μπορεί να αντιμετωπίζει ως παραβάτη τον πολίτη που δεν πλήρωσε επειδή το ίδιο το οικονομικό και θεσμικό περιβάλλον δεν του άφησε πραγματική δυνατότητα πληρωμής.