Κείμενο
Δεν μιλάμε απλώς για έναν πολίτη που “δεν θέλει να πληρώσει”. Μιλάμε για περιπτώσεις όπου το ίδιο το οικονομικό, φορολογικό, διοικητικό και κρατικό περιβάλλον δημιουργεί αντικειμενική αδυναμία πληρωμής και μετά εμφανίζει αυτή την αδυναμία ως ατομική παραβατικότητα.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται το μείζον θεσμικό πρόβλημα με τον ΕΦΚΑ. Η ασφαλιστική οφειλή δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένη από τις συνθήκες μέσα στις οποίες δημιουργήθηκε. Δεν αρκεί η Διοίκηση να εμφανίζει ένα ποσό ως οφειλή και να απαιτεί από τον πολίτη να το ρυθμίσει. Πρέπει να εξετάζεται πώς δημιουργήθηκε η αδυναμία πληρωμής, ποιοι παράγοντες την προκάλεσαν, αν υπήρξαν κρατικές καθυστερήσεις, δυσανάλογες επιβαρύνσεις, αδιαφανείς υπολογισμοί ή πράξεις και παραλείψεις που επιβάρυναν τον πολίτη.
Το Δημόσιο δεν μπορεί, από τη μία πλευρά, να δημιουργεί ή να επιτείνει την οικονομική ασφυξία του πολίτη και, από την άλλη, να εμφανίζει την αντικειμενική αδυναμία πληρωμής ως ατομική υπαιτιότητα. Δεν μπορεί να απαιτεί από τον επαγγελματία να πληρώσει ασφαλιστικές και φορολογικές υποχρεώσεις, όταν το ίδιο το θεσμικό και οικονομικό πλαίσιο δεν του αφήνει πραγματικό περιθώριο να ζήσει, να λειτουργήσει και να παραμείνει οικονομικά ενεργός.
1. Η αδυναμία πληρωμής μπορεί να είναι αποτέλεσμα κρατικής λειτουργίας
Σε πολλές περιπτώσεις η αδυναμία πληρωμής δεν γεννιέται από αδιαφορία ή κακή πίστη του πολίτη. Γεννιέται από ένα πλέγμα αντικειμενικών συνθηκών. Ο επαγγελματίας μπορεί να έχει εκτελέσει έργο, να έχει εκδώσει τιμολόγια, να έχει δημιουργήσει φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις, αλλά να μην έχει πληρωθεί εγκαίρως από το Δημόσιο ή από φορείς που εξαρτώνται από αυτό.
Μπορεί να υπάρχουν καθυστερημένες πληρωμές, επισφάλειες, μειωμένη ρευστότητα, πάγια επαγγελματικά έξοδα, ενοίκια, λογαριασμοί, μετακινήσεις, λογιστικά έξοδα, οικογενειακές ανάγκες και ταυτόχρονα υποχρεώσεις προς ΕΦΚΑ, ΦΠΑ και φόρους. Σε αυτό το περιβάλλον, η Διοίκηση δεν μπορεί να παριστάνει ότι η αδυναμία πληρωμής είναι απλώς “κακή συμπεριφορά” του πολίτη.
Όταν το κράτος απαιτεί πάγια ποσά, ανεξάρτητα από τη ρευστότητα και την πραγματική οικονομική κατάσταση, τότε η οφειλή πρέπει να ελέγχεται και υπό το πρίσμα της πραγματικής δυνατότητας πληρωμής. Δεν αρκεί να υπάρχει τυπική υποχρέωση. Πρέπει να υπάρχει και πραγματική δυνατότητα εκπλήρωσής της χωρίς καταστροφή της αξιοπρεπούς διαβίωσης.
2. Η ασφαλιστική εισφορά δεν μπορεί να προηγείται της επιβίωσης
Η βασική αρχή είναι απλή:
Η ασφαλιστική εισφορά δεν μπορεί να προηγείται της επιβίωσης.
Πρώτα υπάρχει ο άνθρωπος. Μετά η εργασία. Μετά η επιχείρηση. Μετά η κοινωνική ασφάλιση. Αν το σύστημα αντιστρέφει αυτή τη σειρά και λέει πρώτα ΕΦΚΑ, πρώτα ΦΠΑ, πρώτα φόρος, πρώτα προσαυξήσεις, και στο τέλος ό,τι περισσέψει για διαβίωση, τότε έχουμε θεσμική αντιστροφή.
Σε μια τέτοια αντιστροφή, η Διοίκηση δεν υπηρετεί τον άνθρωπο· ο άνθρωπος γίνεται καύσιμο της Διοίκησης. Η ασφαλιστική υποχρέωση μετατρέπεται σε σταθερό βάρος πάνω στην ίδια την ύπαρξη της επαγγελματικής δραστηριότητας, ανεξάρτητα από το αν αυτή η δραστηριότητα παράγει πράγματι καθαρό εισόδημα.
Η κοινωνική ασφάλιση έχει σκοπό. Δεν αμφισβητούμε την ανάγκη ύπαρξής της. Εκείνο που αμφισβητούμε είναι η ακαμψία με την οποία μπορεί να επιβάλλεται η υποχρέωση εισφοράς χωρίς πραγματική στάθμιση της δυνατότητας πληρωμής, της αξιοπρεπούς διαβίωσης και της ευθύνης του κράτους στη δημιουργία της οικονομικής ασφυξίας.
3. Η αδυναμία πληρωμής ως σύμπτωμα συστημικής αστοχίας
Η αδυναμία πληρωμής δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται πάντοτε ως απλή οφειλή. Σε πολλές περιπτώσεις πρέπει να εξετάζεται ως σύμπτωμα συστημικής αστοχίας.
Αυτό συμβαίνει όταν:
η αγορά δεν παράγει αρκετό καθαρό εισόδημα,
το κράτος απαιτεί πάγια ποσά ανεξάρτητα από τη ρευστότητα,
το Δημόσιο καθυστερεί να πληρώσει,
οι μικρές επιχειρήσεις λειτουργούν με πραγματική ανασφάλεια,
οι φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις προηγούνται των βασικών αναγκών,
και τελικά ο πολίτης καλείται να πληρώσει όχι μόνο την εισφορά, αλλά και τις συνέπειες μιας πολιτικής ή διοικητικής επιλογής που τον έφερε σε αδυναμία.
Σε αυτό το πλαίσιο, το ερώτημα δεν είναι απλώς αν υπάρχει οφειλή. Το ερώτημα είναι αν η οφειλή μπορεί να απαιτηθεί με τρόπο που αγνοεί πλήρως τη ζωή, την οικογένεια, την εργασία, την επιχείρηση και την πραγματική οικονομική δυνατότητα του πολίτη.
4. Τα τρία επίπεδα του προβλήματος
Το ερώτημα “τι γίνεται όταν ο πολίτης δεν μπορεί να πληρώσει τον ΕΦΚΑ” δεν έχει μόνο μία απάντηση. Έχει τουλάχιστον τρία επίπεδα: οικονομικό, θεσμικό και νομικοπολιτικό.
Πρώτον, οικονομικό επίπεδο.
Πρέπει να αποδεικνύεται αριθμητικά ότι δεν υπάρχει πραγματικό διαθέσιμο υπόλοιπο. Όχι γενικά και αόριστα “δεν μπορώ”, αλλά με συγκεκριμένο πίνακα: έσοδα, έξοδα επιχείρησης, ΦΠΑ, φόροι, ΕΦΚΑ, οικογενειακές ανάγκες, ελάχιστο κόστος διαβίωσης.
Αν ο πίνακας δείχνει ότι, μετά το ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης και το πραγματικό λειτουργικό κόστος της δραστηριότητας, δεν μένει ποσό για ΕΦΚΑ ή ΦΠΑ, τότε η απαίτηση δεν είναι απλώς δύσκολη. Είναι πρακτικά μη εκτελέσιμη χωρίς βλάβη.
Σε αυτή την περίπτωση, η διοίκηση δεν πρέπει να αντιμετωπίζει τον πολίτη ως απλό οφειλέτη. Πρέπει να εξετάζει αν υπάρχει πραγματικό περιθώριο πληρωμής και αν η απαίτηση, όπως επιβάλλεται, οδηγεί σε προσβολή της αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Δεύτερον, θεσμικό επίπεδο.
Ο πολίτης πρέπει να μπορεί να πει καθαρά:
“Δεν αρνούμαι την κοινωνική ασφάλιση. Αρνούμαι να θεωρηθεί η αδυναμία μου ως υπαιτιότητα, όταν αυτή προκύπτει από αντικειμενική οικονομική ανεπάρκεια, κρατικές καθυστερήσεις, δυσανάλογες επιβαρύνσεις και μη συνεκτίμηση της αξιοπρεπούς διαβίωσης.”
Αυτό είναι κρίσιμο. Η αδυναμία πληρωμής δεν μπορεί να μετατρέπεται αυτόματα σε ηθική μομφή ή διοικητική παραβατικότητα. Πρέπει να εξετάζεται αν ο πολίτης είχε πράγματι δυνατότητα πληρωμής ή αν βρέθηκε σε αντικειμενική αδυναμία λόγω συνθηκών που δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από αυτόν.
Τρίτον, νομικοπολιτικό επίπεδο.
Το κράτος δεν μπορεί να δημιουργεί συνθήκες αδυναμίας και μετά να τιμωρεί τον πολίτη επειδή δεν υπερέβη την αδυναμία αυτή.
Όταν η ίδια η Πολιτεία, με πολιτικές επιλογές, καθυστερήσεις πληρωμών, υπέρμετρες επιβαρύνσεις, ακαμψία εισφορών ή αδιαφανείς μηχανισμούς υπολογισμού, παράγει ή επιτείνει την αδυναμία πληρωμής, δεν μπορεί στη συνέχεια να αντιμετωπίζει τον πολίτη σαν στρατηγικό κακοπληρωτή.
Αυτό είναι το κρίσιμο επιχείρημα. Δεν αρκεί να διαπιστώνεται η ύπαρξη οφειλής. Πρέπει να εξετάζεται αν η ίδια η κρατική λειτουργία συνέβαλε στη δημιουργία της αδυναμίας και αν η Διοίκηση όφειλε να τη συνεκτιμήσει πριν προχωρήσει σε προσαυξήσεις, μέτρα, πιέσεις ή αναγκαστική είσπραξη.
5. Η φράση-κλειδί για τον ΕΦΚΑ
Η φράση-κλειδί που μπορεί να συνοψίσει τη θέση μας είναι η εξής:
Δεν υπάρχει πραγματική ασφαλιστική υποχρέωση χωρίς πραγματική ασφαλιστική δυνατότητα. Και δεν υπάρχει πραγματική δυνατότητα όταν η καταβολή εισφορών προϋποθέτει την προσβολή της αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Η θέση αυτή δεν σημαίνει άρνηση της κοινωνικής ασφάλισης. Δεν σημαίνει ότι ο πολίτης απαλλάσσεται αυθαίρετα από κάθε υποχρέωση. Σημαίνει ότι η υποχρέωση πρέπει να εξετάζεται μέσα στην πραγματική ζωή και όχι σε λογιστικό κενό.
Για τον ΕΦΚΑ, η ορθή σειρά πρέπει να είναι:
Πρώτα το ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Μετά το λειτουργικό κόστος της επαγγελματικής δραστηριότητας.
Μετά ο έλεγχος του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος.
Και μόνο τότε η ασφαλιστική εισφορά, ο ΦΠΑ, ο φόρος ή οποιαδήποτε ρύθμιση.
Αν δεν ακολουθείται αυτή η σειρά, τότε το σύστημα δεν μετρά πραγματική ικανότητα πληρωμής. Μετρά μόνο υποχρεώσεις. Και ένα κράτος που μετρά μόνο υποχρεώσεις, χωρίς να μετρά δυνατότητα, δεν ασκεί δίκαιη διοίκηση. Ασκεί πίεση.
6. Ο πολίτης δεν πρέπει να διώκεται επειδή δεν μπορούσε αντικειμενικά να πληρώσει
Η αρχή που πρέπει να διαπερνά όλη τη θεώρηση είναι η εξής:
Ο πολίτης δεν πρέπει να διώκεται επειδή δεν πλήρωσε αυτό που αντικειμενικά δεν μπορούσε να πληρώσει χωρίς να διαλύσει τη ζωή, την οικογένεια ή την επιχείρησή του.
Αυτό δεν είναι άρνηση υποχρέωσης. Είναι απαίτηση θεσμικής στάθμισης.
Δεν ζητούμε να καταργηθεί η ασφαλιστική υποχρέωση. Ζητούμε να πάψει να αντιμετωπίζεται ως απόλυτη, άκαμπτη και αποκομμένη από την πραγματική δυνατότητα πληρωμής.
Η εισφορά που μπορεί να πληρωθεί χωρίς να καταστρέψει τη ζωή του πολίτη είναι ζήτημα κοινωνικής ασφάλισης.
Η εισφορά που απαιτείται ενώ οδηγεί σε απώλεια αξιοπρεπούς διαβίωσης, επαγγελματική ασφυξία, οικογενειακή κατάρρευση ή αδυναμία συνέχισης της δραστηριότητας είναι ζήτημα θεσμικής βλάβης.
7. Αγωγές κατά του Δημοσίου και θεσμική ευθύνη
Οι αγωγές κατά του Δημοσίου μπορούν να αποτελέσουν μέρος της στρατηγικής, αλλά πρέπει να στηρίζονται σε συγκεκριμένη βάση. Δεν αρκεί να λέγεται γενικά ότι “το κράτος φταίει” ή ότι “ο πολίτης δεν μπορούσε να πληρώσει”. Για να σταθεί μια αγωγή αποζημίωσης, πρέπει να προσδιορίζεται συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη, συγκεκριμένη ζημία και καθαρή αιτιώδης σύνδεση μεταξύ τους.
Στην περίπτωση του ΕΦΚΑ, η αγωγή δεν πρέπει να παρουσιάζεται απλώς ως αίτημα απαλλαγής επειδή ο πολίτης δυσκολεύεται οικονομικά. Πρέπει να παρουσιάζεται ως κάτι πολύ πιο σοβαρό:
Το Δημόσιο, με πράξεις ή παραλείψεις του, δημιούργησε ή επέτεινε την οικονομική αδυναμία του πολίτη και στη συνέχεια τον αντιμετώπισε ως υπαίτιο οφειλέτη για μια αδυναμία που το ίδιο προκάλεσε ή όφειλε να συνεκτιμήσει.
Εκεί αλλάζει όλο το ζήτημα. Η υπόθεση δεν είναι πλέον απλώς “δεν πληρώθηκε ο ΕΦΚΑ”. Η υπόθεση γίνεται ζήτημα κρατικής λειτουργίας, αιτιώδους σύνδεσης, ζημίας και θεσμικής ευθύνης.
8. Παραδείγματα κρατικής πράξης ή παράλειψης
Μια τέτοια στρατηγική μπορεί να στηριχθεί σε συγκεκριμένες κατηγορίες πράξεων ή παραλείψεων.
Πρώτον, καθυστέρηση πληρωμών από το Δημόσιο.
Αν ένας επαγγελματίας εκτέλεσε έργο, παρείχε υπηρεσία, εξέδωσε τιμολόγια, δημιούργησε φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις, αλλά το Δημόσιο δεν τον πλήρωσε εγκαίρως, τότε μπορεί να δημιουργείται άμεση αιτιώδης σύνδεση.
Δεν εισέπραξε επειδή καθυστέρησε το Δημόσιο. Επειδή δεν εισέπραξε, δεν μπόρεσε να πληρώσει ΦΠΑ, φόρο, ΕΦΚΑ ή άλλες υποχρεώσεις. Επειδή δεν μπόρεσε να πληρώσει, δημιουργήθηκαν προσαυξήσεις, απώλεια ενημερότητας, ρυθμίσεις, δεσμεύσεις, αδυναμία ανάληψης νέου έργου ή άλλη οικονομική ζημία.
Σε μια τέτοια περίπτωση, η αδυναμία πληρωμής δεν είναι απλή ιδιωτική αποτυχία. Μπορεί να είναι αποτέλεσμα προηγούμενης κρατικής καθυστέρησης.
Δεύτερον, παράνομος ή εσφαλμένος υπολογισμός εισφορών.
Αν ο ΕΦΚΑ ή το ΚΕΑΟ βεβαιώνει ποσά χωρίς πλήρη αιτιολογία, με λάθος ασφαλιστική βάση, λάθος περίοδο, λάθος κατηγορία, λάθος προσαυξήσεις, λάθος παράλληλη ασφάλιση ή χωρίς επαρκή πρόσβαση στον φάκελο, τότε δεν μιλάμε μόνο για οφειλή. Μιλάμε για πιθανή παράνομη διοικητική επιβάρυνση.
Ο πολίτης έχει δικαίωμα να γνωρίζει πώς δημιουργήθηκε το ποσό, ποια στοιχεία ελήφθησαν υπόψη, ποια περίοδο αφορά, ποια είναι η κύρια οφειλή, ποιες είναι οι προσαυξήσεις και ποια είναι η νομική βάση της απαίτησης.
Χωρίς αυτά, η απαίτηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αυτονόητη και ανεξέλεγκτη.
Τρίτον, παράλειψη συνεκτίμησης πραγματικής δυνατότητας πληρωμής.
Αυτό είναι πιο δύσκολο νομικά, αλλά είναι κρίσιμο θεσμικά. Όταν η Διοίκηση επιβάλλει, βεβαιώνει, προσαυξάνει ή εισπράττει χωρίς να εξετάζει αν ο πολίτης μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς, τίθεται ζήτημα αναλογικότητας, χρηστής διοίκησης και προστασίας της ανθρώπινης αξίας.
Η απαίτηση μπορεί να είναι τυπικά καταχωρισμένη, αλλά η εκτέλεσή της να είναι δυσανάλογη. Μπορεί να οδηγεί σε οικονομική ασφυξία, απώλεια δυνατότητας εργασίας ή ουσιαστική αδυναμία διαβίωσης. Σε αυτή την περίπτωση, δεν αρκεί η Διοίκηση να επικαλείται το ποσό. Πρέπει να ελέγχεται και το αποτέλεσμα της απαίτησης πάνω στη ζωή του πολίτη.
Τέταρτον, ζημία από μέτρα αναγκαστικής είσπραξης.
Αν λόγω οφειλής προς ΕΦΚΑ ή ΚΕΑΟ έγινε δέσμευση λογαριασμού, απώλεια ασφαλιστικής ενημερότητας, απώλεια δυνατότητας εργασίας, αδυναμία συμμετοχής σε έργο, απώλεια πελάτη, απώλεια επιχείρησης ή κατάρρευση ρύθμισης, τότε αυτά είναι στοιχεία πραγματικής ζημίας.
Εκεί μπορεί να ζητηθεί αποκατάσταση περιουσιακής ζημίας και, όπου συντρέχουν οι προϋποθέσεις, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Το κρίσιμο είναι να μην παρουσιάζονται αυτά γενικά. Πρέπει να προσωποποιούνται και να αποδεικνύονται: ποιο μέτρο ελήφθη, πότε ελήφθη, ποια ζημία προκάλεσε, ποια ευκαιρία χάθηκε, ποιο εισόδημα απωλέσθηκε και πώς συνδέεται το μέτρο με την προηγούμενη κρατική πράξη ή παράλειψη.
9. Η δομή απόδειξης σε αγωγή κατά του Δημοσίου
Η αγωγή δεν πρέπει να έχει τη μορφή γενικής πολιτικής καταγγελίας. Πρέπει να έχει μηχανισμό απόδειξης. Το δικαστήριο δεν αρκείται στη διαπίστωση ότι ο πολίτης δυσκολεύτηκε. Χρειάζεται συγκεκριμένη αλληλουχία γεγονότων.
Η βασική δομή πρέπει να είναι:
πράξη ή παράλειψη του Δημοσίου,
δημιουργία ή επιδείνωση οικονομικής αδυναμίας,
αδυναμία πληρωμής ΕΦΚΑ, ΦΠΑ, φόρων ή άλλων υποχρεώσεων,
επιβολή προσαυξήσεων, μέτρων, δεσμεύσεων ή απώλεια ενημερότητας,
συγκεκριμένη περιουσιακή ή ηθική ζημία,
και αιτιώδης σύνδεση μεταξύ όλων αυτών.
Για παράδειγμα, αν το Δημόσιο καθυστέρησε να καταβάλει οφειλόμενο ποσό σε επαγγελματία, η καθυστέρηση αυτή πρέπει να συνδεθεί με την αδυναμία του να αποδώσει ΦΠΑ, να πληρώσει ΕΦΚΑ, να καλύψει λειτουργικά έξοδα ή να διατηρήσει ασφαλιστική και φορολογική ενημερότητα.
Έτσι η ζημία δεν παρουσιάζεται ως απλή ιδιωτική αδυναμία. Παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα συγκεκριμένης κρατικής συμπεριφοράς.
10. Οι τρεις βασικές γραμμές ενεργειών
Για τον ΕΦΚΑ δεν πρέπει να σκεφτόμαστε μόνο μία αγωγή. Πρέπει να διακρίνουμε τρεις πιθανές γραμμές ενεργειών, ανάλογα με την υπόθεση.
Πρώτη γραμμή: αγωγή αποζημίωσης κατά του Δημοσίου ή του αρμόδιου φορέα.
Εδώ το αντικείμενο είναι η αποκατάσταση της ζημίας. Ο πολίτης ζητά να αποζημιωθεί για τη βλάβη που υπέστη λόγω συγκεκριμένης παράνομης πράξης ή παράλειψης. Η ζημία μπορεί να αφορά προσαυξήσεις, δεσμεύσεις, απώλεια εισοδήματος, απώλεια έργου, αδυναμία συνέχισης δραστηριότητας ή άλλη οικονομική επιβάρυνση.
Σε κατάλληλες περιπτώσεις μπορεί να ζητηθεί και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ιδίως όταν η διοικητική συμπεριφορά προκάλεσε έντονη προσβολή, οικονομική ασφυξία, επαγγελματική απαξίωση ή σοβαρή αναστάτωση της ζωής του πολίτη.
Δεύτερη γραμμή: διοικητική αμφισβήτηση της ίδιας της οφειλής.
Εδώ το ζήτημα δεν είναι μόνο η αποζημίωση. Είναι ο ίδιος ο έλεγχος της απαίτησης. Πρέπει να ζητείται πλήρης ανάλυση του ποσού: ποια περίοδο αφορά, ποια είναι η κύρια οφειλή, ποιες είναι οι προσαυξήσεις, ποια ασφαλιστική βάση χρησιμοποιήθηκε, ποια στοιχεία ελήφθησαν υπόψη και αν υπάρχουν λάθη ή διπλές χρεώσεις.
Η διοικητική αμφισβήτηση είναι κρίσιμη, διότι δεν πρέπει να γίνεται δεκτό ότι κάθε ποσό που εμφανίζεται στο σύστημα είναι αυτομάτως ορθό, νόμιμο και τεκμηριωμένο.
Τρίτη γραμμή: ένδικο βοήθημα ή αγωγή με βάση την οικονομική και θεσμική βλάβη.
Εδώ μπαίνει η μελέτη του ελάχιστου κόστους διαβίωσης. Όχι ως απλή κοινωνική αναφορά, αλλά ως εργαλείο απόδειξης ότι δεν υπήρχε πραγματικό διαθέσιμο ποσό.
Ο πολίτης πρέπει να μπορεί να δείξει με αριθμούς ότι, μετά την κάλυψη των απολύτως αναγκαίων δαπανών διαβίωσης και των πραγματικών λειτουργικών εξόδων, δεν υπήρχε αντικειμενική δυνατότητα πληρωμής χωρίς κατάρρευση της ζωής, της οικογένειας ή της επαγγελματικής δραστηριότητας.
11. Ο φάκελος που πρέπει να συγκεντρώνεται
Για να στηθεί σοβαρά μια υπόθεση ευθύνης ή αμφισβήτησης έναντι του ΕΦΚΑ, πρέπει να υπάρχει οργανωμένος φάκελος. Ο φάκελος δεν πρέπει να περιέχει μόνο την πράξη ή την οφειλή. Πρέπει να αποτυπώνει ολόκληρη την οικονομική και θεσμική εικόνα.
Ενδεικτικά απαιτούνται:
όλες οι βεβαιώσεις ΕΦΚΑ και ΚΕΑΟ,
ανάλυση κύριας οφειλής, προσαυξήσεων και επιβαρύνσεων,
καρτέλες ασφαλισμένων ή εργοδοτών,
αποδείξεις εισοδήματος και εξόδων,
φορολογικές δηλώσεις και περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ,
αποδείξεις καθυστερημένων πληρωμών από Δημόσιο ή δημόσιους φορείς,
τιμολόγια που εκδόθηκαν αλλά πληρώθηκαν καθυστερημένα,
έγγραφα που αποδεικνύουν απώλεια ενημερότητας,
έγγραφα δεσμεύσεων, κατασχέσεων ή μέτρων αναγκαστικής είσπραξης,
αποδεικτικά χαμένων συμβάσεων, έργων, πελατών ή επαγγελματικών ευκαιριών,
υπολογισμός ελάχιστου κόστους αξιοπρεπούς διαβίωσης,
οικονομικός πίνακας πραγματικής δυνατότητας πληρωμής,
και κάθε στοιχείο που αποδεικνύει ότι η απαίτηση ήταν μη βιώσιμη ή ότι η κρατική συμπεριφορά προκάλεσε ή επέτεινε τη ζημία.
Το πιο σημαντικό είναι η προσωποποίηση της ζημίας. Δεν αρκεί να λέγεται γενικά ότι οι πολίτες αδικούνται. Πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο συγκεκριμένος πολίτης, με αυτά τα εισοδήματα, αυτά τα έξοδα, αυτές τις υποχρεώσεις, αυτές τις κρατικές καθυστερήσεις και αυτές τις πράξεις ΕΦΚΑ ή ΚΕΑΟ, υπέστη αυτή τη συγκεκριμένη ζημία.
12. Η στρατηγική φράση
Η στρατηγική φράση που συνοψίζει τη θέση είναι η εξής:
Το Δημόσιο δεν μπορεί, αφενός, να δημιουργεί ή να επιτείνει την οικονομική ασφυξία του πολίτη με καθυστερήσεις, υπέρμετρες επιβαρύνσεις, αδιαφανείς υπολογισμούς και ακαμψία είσπραξης, και αφετέρου να εμφανίζει την αντικειμενική αδυναμία πληρωμής ως ατομική υπαιτιότητα του πολίτη.
Αυτή είναι η ουσία της θεσμικής γραμμής. Δεν ζητούμε να απαλλαγεί ο πολίτης επειδή απλώς δυσκολεύεται. Ζητούμε να προστατευθεί και, όπου συντρέχουν οι προϋποθέσεις, να αποζημιωθεί, όταν η ίδια η κρατική λειτουργία παράγει, επιτείνει ή εκμεταλλεύεται την αδυναμία του.
Συμπέρασμα
Η αδυναμία πληρωμής ασφαλιστικών εισφορών δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μηχανικά ως ατομική παραβατικότητα. Σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να είναι αποτέλεσμα κρατικής καθυστέρησης, αδιαφανούς υπολογισμού, δυσανάλογης επιβάρυνσης, μη συνεκτίμησης της πραγματικής δυνατότητας πληρωμής ή μέτρων που οδηγούν σε περαιτέρω ζημία.
Η αγωγή κατά του Δημοσίου ή του αρμόδιου φορέα δεν πρέπει να είναι γενική διαμαρτυρία. Πρέπει να είναι τεκμηριωμένος μηχανισμός ευθύνης.
Ο πολίτης δεν ζητά απλώς επιείκεια. Ζητά να εξεταστεί αν η ίδια η κρατική λειτουργία συνέβαλε στη βλάβη του και αν η απαίτηση που του επιβάλλεται μπορεί να σταθεί θεσμικά, οικονομικά και ανθρώπινα.
Δεν υπάρχει πραγματική προστασία χωρίς έλεγχο της απαίτησης. Δεν υπάρχει δίκαιη είσπραξη χωρίς στάθμιση της δυνατότητας πληρωμής. Και δεν υπάρχει κράτος δικαίου όταν η αδυναμία που παράγεται ή επιτείνεται από τη Διοίκηση επιστρέφει στον πολίτη ως ατομική ενοχή.






