Κείμενο
Η πιθανή απάντηση ότι «ο Δήμος δεν έχει χρήματα» δεν λύνει το πρόβλημα και δεν απαλλάσσει τα αρμόδια όργανα από την ευθύνη τους. Ο πολίτης δεν ζητά πολυτέλεια, ούτε προαιρετική παροχή. Ζητά την προστασία της αξιοπρεπούς διαβίωσης, δηλαδή το ελάχιστο επίπεδο ζωής που επιτρέπει σε έναν άνθρωπο να μη συνθλίβεται κοινωνικά, οικονομικά και προσωπικά.
Αν ο Δήμος δηλώσει ότι δεν διαθέτει χρήματα, τότε η δήλωση αυτή πρέπει να είναι επίσημη, γραπτή και πλήρως αιτιολογημένη. Πρέπει να αναφέρει ποια κονδύλια υπάρχουν, ποια δεν υπάρχουν, ποια αιτήματα έχουν καλυφθεί, ποια έχουν απορριφθεί, ποια κρατική χρηματοδότηση ζητήθηκε, ποιες ενέργειες έγιναν προς την κεντρική διοίκηση και γιατί δεν μπορεί να προστατευθεί ο συγκεκριμένος πολίτης.
Δεν αρκεί μια γενική φράση περί έλλειψης πόρων. Μια τέτοια απάντηση αφήνει αναπάντητο το ουσιώδες ερώτημα: αφού ο πολίτης αποδεικνύει ότι δεν διαθέτει τα αναγκαία μέσα για αξιοπρεπή διαβίωση, ποιο αρμόδιο όργανο αναλαμβάνει την ευθύνη να του εξηγήσει πώς θα ζήσει;
Η έλλειψη χρημάτων του Δήμου, ακόμη και αν είναι πραγματική, δεν μπορεί να μετακυλίεται σιωπηρά στον πολίτη. Ο πολίτης δεν είναι ο διαχειριστής του δημοτικού ή κρατικού προϋπολογισμού. Δεν αποφάσισε ο ίδιος την κατανομή των πόρων. Δεν ευθύνεται για τη διοικητική αδυναμία, για την κακοδιαχείριση, για την έλλειψη πρόβλεψης ή για την αδράνεια των αρμοδίων οργάνων.
Αν τα αρμόδια όργανα θεωρούν ότι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις στοιχειώδεις υποχρεώσεις κοινωνικής προστασίας, τότε οφείλουν να το πουν καθαρά και επίσημα. Οφείλουν να ζητήσουν άμεσα χρηματοδότηση από το κράτος. Οφείλουν να διαβιβάσουν το αίτημα στα αρμόδια υπουργεία. Οφείλουν να ενημερώσουν τον πολίτη ποια υπηρεσία αναλαμβάνει την υπόθεση. Οφείλουν να αποδείξουν ότι έκαναν ό,τι μπορούσαν.
Αν δεν μπορούν να υπηρετήσουν τον ρόλο για τον οποίο εξελέγησαν ή διορίστηκαν, τότε η πολιτική και θεσμική συνέπεια είναι μία: να αναλάβουν την ευθύνη τους. Δεν μπορεί κάποιος να κρατά θέση εξουσίας, κύρος, μισθό, αρμοδιότητες και δημόσια εξουσία, αλλά όταν έρχεται η ώρα της ευθύνης να απαντά απλώς ότι «δεν υπάρχουν χρήματα».
Η θέση αυτή δεν είναι προσωπική επίθεση. Είναι θεσμική λογική. Όποιος αναλαμβάνει δημόσιο αξίωμα αναλαμβάνει και την υποχρέωση να υπηρετεί τον πολίτη. Αν το δημόσιο αξίωμα δεν μπορεί να προστατεύσει ούτε το ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, τότε το πρόβλημα δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από τον φτωχό πολίτη. Πρέπει να επιστρέφει εκεί όπου ανήκει: στα όργανα που έχουν την εξουσία, την αρμοδιότητα και την ευθύνη.
Συνεπώς, η απάντηση «δεν υπάρχουν χρήματα» δεν κλείνει τον φάκελο. Τον ανοίγει περισσότερο. Αποδεικνύει ότι ο πολίτης έθεσε ένα πραγματικό ζήτημα, ότι η Διοίκηση αναγνωρίζει την αδυναμία της και ότι πρέπει να αναζητηθεί ποιος ευθύνεται για το γεγονός ότι οι συνταγματικές και κοινωνικές υποχρεώσεις της Πολιτείας μένουν χωρίς πρακτικό αντίκρισμα.
Ο πολίτης, επομένως, πρέπει να ζητά γραπτή απάντηση όχι μόνο για το αν εγκρίνεται ή απορρίπτεται η οικονομική βοήθεια, αλλά και για το τι έκανε ο Δήμος ώστε να εξασφαλίσει τους αναγκαίους πόρους. Αν δεν υπάρχουν πόροι, ποιος τους ζήτησε; Από ποιον; Πότε; Με ποιο έγγραφο; Με ποιο αποτέλεσμα; Αν δεν έγιναν ενέργειες, γιατί δεν έγιναν;
Η αξιοπρεπής διαβίωση δεν μπορεί να εξαρτάται από μια πρόχειρη διοικητική φράση. Αν δεν υπάρχουν χρήματα, ας το αποδείξουν. Αν δεν μπορούν να τα εξασφαλίσουν, ας το δηλώσουν. Αν δεν μπορούν να υπηρετήσουν την αποστολή τους, ας παραιτηθούν.





