Κείμενο
Η σχέση δανειολήπτη και τράπεζας δεν μπορεί να εξετάζεται σήμερα σαν να παρέμεινε αμετάβλητη από τον χρόνο σύναψης της αρχικής δανειακής σύμβασης. Μετά την τραπεζική κρίση, τις ανακεφαλαιοποιήσεις, τις μεταβιβάσεις απαιτήσεων, τις τιτλοποιήσεις, τη δραστηριότητα funds και servicers και τη χρήση κρατικών εγγυητικών σχημάτων, η αρχική απαίτηση έχει ενταχθεί σε ένα σύνθετο χρηματοοικονομικό και θεσμικό περιβάλλον, το οποίο πρέπει να συνεκτιμάται από το δικαστήριο.
Δεν αρκεί, επομένως, η απλή επίκληση της αρχικής οφειλής ή του ονομαστικού υπολοίπου του δανείου. Πρέπει να εξετάζεται ποια είναι η πραγματική σημερινή οικονομική και νομική κατάσταση της απαίτησης, ποιος την κατέχει, με ποιον τρόπο αποκτήθηκε, σε ποια αξία μεταβιβάστηκε ή τιτλοποιήθηκε, αν έχει ενταχθεί σε σχήμα κρατικών εγγυήσεων, ποιος φέρει τον τελικό κίνδυνο και ποιος πράγματι ωφελείται από την είσπραξή της.
Η αντιμετώπιση του δανειολήπτη ως απλού υπερήμερου οφειλέτη είναι ελλιπής, όταν η ίδια η απαίτηση έχει αποτελέσει αντικείμενο διαδοχικών χρηματοοικονομικών πράξεων. Η απαίτηση δεν είναι πλέον μόνο το αποτέλεσμα μιας διμερούς σχέσης μεταξύ τράπεζας και δανειολήπτη. Έχει μετατραπεί σε στοιχείο χαρτοφυλακίου, σε αντικείμενο μεταβίβασης, σε τίτλο, σε επενδυτικό προϊόν ή σε μέρος ευρύτερου μηχανισμού διαχείρισης τραπεζικών ζημιών.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η δικαστική κρίση δεν μπορεί να περιορίζεται στο ερώτημα αν κάποτε χορηγήθηκε δάνειο και αν σήμερα εμφανίζεται λογιστικό υπόλοιπο. Πρέπει να εξετάζεται αν η διεκδίκηση του πλήρους ονομαστικού ποσού από τον δανειολήπτη ανταποκρίνεται στην πραγματική οικονομική κατάσταση της απαίτησης ή αν οδηγεί σε αδικαιολόγητο πλουτισμό, δυσανάλογη επιβάρυνση ή καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.
Ιδίως όταν η απαίτηση έχει μεταβιβαστεί ή τιτλοποιηθεί σε αξία σημαντικά κατώτερη της ονομαστικής, τίθεται ζήτημα διαφάνειας και ουσιαστικής αναλογικότητας. Ο δανειολήπτης δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν να οφείλει σε κάθε περίπτωση το πλήρες αρχικό ή λογιστικό ποσό, ενώ ο οικονομικός φορέας που διαχειρίζεται ή διεκδικεί την απαίτηση την έχει αποκτήσει, αξιοποιήσει ή εντάξει σε χρηματοοικονομικό μηχανισμό με διαφορετική πραγματική αξία.
Αν η απαίτηση έχει ήδη χρησιμοποιηθεί σε τιτλοποίηση, αν έχει συμβάλει σε άντληση ρευστότητας, αν έχει ενταχθεί σε χαρτοφυλάκιο με κρατική εγγύηση ή αν έχει αξιοποιηθεί από τράπεζες, funds ή servicers για τη διατήρηση ή ενίσχυση της δικής τους οικονομικής θέσης, τότε το δικαστήριο πρέπει να εξετάζει αν η πλήρης και αδιαφοροποίητη επιδίωξη κατά του δανειολήπτη είναι συμβατή με την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Η επίκληση του τυπικού δικαιούχου ή του διαχειριστή της απαίτησης δεν αρκεί. Πρέπει να αποδεικνύεται με πληρότητα η νομιμοποίηση, η αλυσίδα μεταβίβασης, η πραγματική σχέση μεταξύ τράπεζας, fund και servicer, η έκταση της εξουσίας διαχείρισης, το ακριβές περιεχόμενο της απαίτησης, καθώς και το αν έχουν υπάρξει εισπράξεις, συμψηφισμοί, καλύψεις, εγγυήσεις ή άλλες οικονομικές ωφέλειες που επηρεάζουν την πραγματική αξία της.
Ο δανειολήπτης έχει έννομο συμφέρον να γνωρίζει όχι μόνο ποιος εμφανίζεται ως διαχειριστής, αλλά και ποιος είναι ο πραγματικός οικονομικός φορέας της απαίτησης, με ποιο κόστος την απέκτησε, ποιο ποσό έχει ήδη ανακτηθεί, αν έχουν ενεργοποιηθεί ή προβλέπονται κρατικές εγγυήσεις, αν η απαίτηση περιλαμβάνεται σε τιτλοποιημένο χαρτοφυλάκιο και αν η διεκδίκηση εις βάρος του ανταποκρίνεται σε πραγματική ζημία ή σε χρηματοοικονομικό κέρδος τρίτων.
Η προστασία του δανειολήπτη δεν σημαίνει άρνηση κάθε υποχρέωσης. Σημαίνει όμως ότι η υποχρέωση πρέπει να κρίνεται μέσα στο πραγματικό σημερινό πλαίσιο και όχι μέσα σε μια τεχνητή εικόνα που εμφανίζει την απαίτηση σαν να μην έχει ποτέ μεταβιβαστεί, τιτλοποιηθεί, αποτιμηθεί, εγγυηθεί ή αξιοποιηθεί. Η έννομη τάξη δεν μπορεί να αγνοεί τις οικονομικές μεταβολές που μεσολάβησαν και να απαιτεί από τον δανειολήπτη να πληρώσει σαν να βρίσκεται ακόμη απέναντι στην αρχική τράπεζα με την αρχική αμετάβλητη απαίτηση.
Περαιτέρω, πρέπει να συνεκτιμάται η πραγματική οικονομική κατάσταση του δανειολήπτη. Η αδυναμία πληρωμής δεν είναι πάντοτε αποτέλεσμα δόλου ή αμέλειας. Σε πολλές περιπτώσεις συνδέεται με την ευρύτερη οικονομική κρίση, τη μείωση εισοδημάτων, την ανεργία, την αύξηση του κόστους διαβίωσης, την υπερφορολόγηση, τις ασφαλιστικές επιβαρύνσεις, την απώλεια επαγγελματικής δραστηριότητας και τη γενικότερη θεσμική μετακύλιση οικονομικών βαρών στους πολίτες.
Ο δανειολήπτης δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ο μοναδικός υπεύθυνος ενός προβλήματος που έχει συστημική διάσταση. Η τραπεζική κρίση και η διαχείριση των κόκκινων δανείων δεν αφορούν μόνο μεμονωμένες ιδιωτικές συμβάσεις. Αφορούν ένα ευρύτερο σύστημα παραγωγής, μεταφοράς και είσπραξης απαιτήσεων, στο οποίο οι ζημίες, οι κίνδυνοι και τα βάρη δεν κατανέμονται πάντοτε δίκαια.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το φαινόμενο του κοινωνικού αυτοματισμού. Συχνά η δημόσια συζήτηση παρουσιάζει τους δανειολήπτες ως βάρος για τους λοιπούς πολίτες ή ως υπαιτίους δημοσιονομικού κόστους. Με τον τρόπο αυτό αποκρύπτεται ότι το πρόβλημα των κόκκινων δανείων προήλθε από ένα σύνθετο τραπεζικό, πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον, στο οποίο οι δανειολήπτες υπήρξαν συχνά ο ασθενέστερος κρίκος και όχι οι δημιουργοί του μηχανισμού βλάβης.
Δεν είναι θεμιτό η κοινωνία να στρέφεται εναντίον των δανειοληπτών, ενώ αποσιωπάται ο ρόλος των τραπεζών, των πολιτικών αποφάσεων, των κρατικών εγγυήσεων, των funds, των servicers και των μηχανισμών μετακύλισης κινδύνου. Η μετατροπή του τραπεζικού προβλήματος σε αντιπαράθεση μεταξύ πολιτών συγκαλύπτει την αρχική πηγή της ζημίας και επιτρέπει στους πραγματικούς ωφελημένους του συστήματος να παραμένουν εκτός ελέγχου.
Στο πλαίσιο αυτό, η άσκηση δικαιωμάτων κατά του δανειολήπτη πρέπει να ελέγχεται αυστηρά ως προς την καταχρηστικότητα. Η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης, η απειλή πλειστηριασμού, η διεκδίκηση ολόκληρου του ονομαστικού ποσού, η άρνηση ουσιαστικής ρύθμισης ή η παράλειψη διαφάνειας σχετικά με την πραγματική αξία και διαχείριση της απαίτησης μπορούν, κατά περίπτωση, να υπερβαίνουν προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.
Η κατοικία, η οικογενειακή ζωή, η επαγγελματική συνέχεια και η ελάχιστη οικονομική δυνατότητα του δανειολήπτη δεν μπορούν να θυσιάζονται μηχανικά στον βωμό μιας απαίτησης της οποίας η πραγματική οικονομική κατάσταση παραμένει αδιαφανής. Όσο περισσότερο η απαίτηση έχει περάσει μέσα από σύνθετους μηχανισμούς τιτλοποίησης, εγγύησης και διαχείρισης, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη πλήρους απόδειξης, διαφάνειας και αναλογικής δικαστικής στάθμισης.
Πρέπει, επομένως, να εξετάζονται ιδίως τα εξής:
α) ποια ήταν η αρχική σύμβαση και ποιο το πραγματικό ύψος της αρχικής απαίτησης,
β) ποιες πληρωμές έχουν ήδη γίνει από τον δανειολήπτη,
γ) ποιες χρεώσεις, τόκοι, έξοδα και προσαυξήσεις έχουν επιβληθεί και αν είναι νόμιμες και αναλογικές,
δ) αν η απαίτηση έχει μεταβιβαστεί, τιτλοποιηθεί ή ενταχθεί σε χαρτοφυλάκιο,
ε) ποια ήταν η πραγματική αξία μεταβίβασης ή αποτίμησης της απαίτησης,
στ) ποιος είναι ο πραγματικός οικονομικός φορέας της απαίτησης,
ζ) ποια είναι η σχέση μεταξύ τράπεζας, fund και servicer,
η) αν υπάρχει πλήρης και αποδεδειγμένη νομιμοποίηση του επισπεύδοντος ή διαχειριστή,
θ) αν έχουν υπάρξει κρατικές εγγυήσεις ή άλλες μορφές κάλυψης,
ι) αν έχει ήδη παραχθεί οικονομικό όφελος από την απαίτηση μέσω τιτλοποίησης ή άλλης πράξης,
ια) αν η διεκδίκηση του πλήρους ποσού οδηγεί σε δυσανάλογη βλάβη του δανειολήπτη,
ιβ) αν προσφέρεται ουσιαστική, βιώσιμη και αναλογική ρύθμιση,
ιγ) αν η αναγκαστική εκτέλεση υπηρετεί πραγματική ικανοποίηση δικαιώματος ή λειτουργεί ως μέσο οικονομικής εξόντωσης.
Η δικαστική προστασία του δανειολήπτη πρέπει να στηρίζεται στην ουσία και όχι μόνο στον τύπο. Ο τύπος μπορεί να εμφανίζει έναν διαχειριστή, έναν τίτλο, ένα υπόλοιπο και μια απαίτηση. Η ουσία όμως απαιτεί να εξεταστεί το πλήρες οικονομικό και θεσμικό υπόβαθρο της απαίτησης, η πραγματική αξία της, η διαδρομή της, οι ωφελημένοι από αυτήν και οι συνέπειες που η είσπραξή της προκαλεί στον πολίτη.
Η απαίτηση κατά του δανειολήπτη δεν μπορεί να απομονώνεται από το γεγονός ότι το τραπεζικό σύστημα στηρίχθηκε με δημόσιους ή θεσμικούς μηχανισμούς, ότι οι κόκκινες απαιτήσεις χρησιμοποιήθηκαν ως αντικείμενο χρηματοοικονομικής διαχείρισης και ότι οι πολίτες κλήθηκαν, άμεσα ή έμμεσα, να υποστούν τις συνέπειες της ίδιας κρίσης. Η δίκαιη κρίση απαιτεί να μη μετατραπεί ο ασθενέστερος κρίκος σε αποκλειστικό φορέα ενός συστημικού βάρους.
Συνεπώς, σε κάθε δίκη ή διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης που αφορά δανειακή απαίτηση, το δικαστήριο πρέπει να εξετάζει όχι μόνο την ύπαρξη της αρχικής οφειλής, αλλά και τη μεταγενέστερη οικονομική, νομική και θεσμική μεταβολή της απαίτησης. Πρέπει να ελέγχει τη νομιμοποίηση, τη διαφάνεια, την πραγματική αξία, τις κρατικές εγγυήσεις, την καταχρηστικότητα, την αναλογικότητα και την πραγματική δυνατότητα του δανειολήπτη να ανταποκριθεί χωρίς να καταστραφεί οικονομικά και κοινωνικά.
Η τελική κρίση δεν μπορεί να στηρίζεται στο απλοϊκό ερώτημα «πλήρωσε ή δεν πλήρωσε». Πρέπει να απαντά στα ουσιώδη ερωτήματα: ποιος δημιούργησε τη βλάβη, ποιος διαχειρίστηκε την απαίτηση, ποιος ωφελήθηκε από αυτήν, ποιο ποσό πράγματι δικαιολογείται σήμερα και αν η συνέχιση της πλήρους αξίωσης κατά του δανειολήπτη είναι σύμφωνη με την καλή πίστη, την αναλογικότητα, την προστασία της περιουσίας και τον κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος.
Ο δανειολήπτης δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απλός υπερήμερος οφειλέτης, όταν η ίδια η απαίτηση έχει μετατραπεί σε χρηματοοικονομικό προϊόν, έχει μεταβιβαστεί, τιτλοποιηθεί, αποτιμηθεί, ενταχθεί σε κρατικά εγγυημένα σχήματα και αξιοποιηθεί από τρίτους σε αξία διαφορετική από την ονομαστική.