Κείμενο
Η χρηματοοικονομική μελέτη πρέπει να διακρίνεται από την επίσημη πραγματογνωμοσύνη. Η πρώτη μπορεί να λειτουργεί ως ιδιωτική τεχνική ανάλυση, ως παράρτημα δικογράφου, ως υπόμνημα οικονομικής λογικής, ως πίνακας υπολογισμών, ως μελέτη σεναρίων και ως βάση για τη διατύπωση ειδικών ερωτημάτων προς πραγματογνώμονα. Η δεύτερη, όταν απαιτείται να κατατεθεί ως πλήρες αποδεικτικό μέσο με ειδικό κύρος, μπορεί να χρειάζεται υπογραφή οικονομολόγου, λογιστή, αναλογιστή ή διορισμένου πραγματογνώμονα.
Η αξία της ιδιωτικής τεχνικής μελέτης βρίσκεται στο ότι δεν περιορίζεται σε απλή παράθεση αριθμών. Σκοπός της δεν είναι απλώς να παρουσιάσει ποσά, υπόλοιπα, δόσεις ή απώλειες, αλλά να αναδείξει τον μηχανισμό της βλάβης. Δηλαδή να δείξει πώς μια τραπεζική, διοικητική, φορολογική ή πολιτική πρακτική παράγει οικονομικό αποτέλεσμα εις βάρος του πολίτη, πώς το αποτέλεσμα αυτό μεταφέρεται, πώς αποκρύπτεται πίσω από λογιστικές ή θεσμικές μορφές και πώς τελικά εμφανίζεται ως ατομική ευθύνη του ασθενέστερου μέρους.
Η μελέτη αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε πολλά επίπεδα. Μπορεί να υποστηρίξει αγωγή αποζημίωσης, ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής ή αναγκαστικής εκτέλεσης, υπόμνημα ενώπιον δικαστηρίου ή διοικητικής αρχής, εξώδικη δήλωση, αίτημα ρύθμισης, αίτημα επίδειξης εγγράφων, αίτημα λογιστικού ελέγχου ή αίτημα διορισμού πραγματογνώμονα. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ως εσωτερικό εργαλείο προετοιμασίας, ώστε να οργανωθούν τα πραγματικά δεδομένα, οι παραδοχές, οι πίνακες και τα σενάρια πριν από την τελική νομική ενέργεια.
Το μεγάλο πλεονέκτημα αυτής της προσέγγισης είναι ότι δεν αντιμετωπίζει την υπόθεση αποσπασματικά. Δεν ρωτά μόνο ποιο είναι το εμφανιζόμενο ποσό. Ρωτά πώς δημιουργήθηκε, πώς μεταβλήθηκε, ποιος ωφελήθηκε, ποιος επιβαρύνθηκε, ποια δεδομένα αποκρύπτονται, ποια παραδοχή οδηγεί σε ποιο αποτέλεσμα και ποια είναι η πραγματική οικονομική βλάβη σε σχέση με την ονομαστική εικόνα της απαίτησης.
Στις υποθέσεις δανειοληπτών, η χρηματοοικονομική μελέτη μπορεί να εξετάζει την αρχική δανειακή σχέση, τις καταβολές που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί, τους τόκους, τις χρεώσεις, τις προσαυξήσεις, την εξέλιξη της δόσης, την πραγματική δυνατότητα πληρωμής, την αξία μεταβίβασης της απαίτησης, την τυχόν τιτλοποίηση, την ύπαρξη κρατικών εγγυήσεων και τη διαφορά ανάμεσα στην ονομαστική απαίτηση και στην πραγματική οικονομική της αξία.
Στις υποθέσεις απώλειας από ομόλογα, η μελέτη μπορεί να εξετάζει το αρχικό κεφάλαιο, τον χρόνο τοποθέτησης, το προφίλ του πελάτη, τον σκοπό της επένδυσης, την παρουσιαζόμενη ασφάλεια, την πραγματική απώλεια, την εναλλακτική ασφαλή τοποθέτηση, την απώλεια κεφαλαίου, την απώλεια τόκων και τη συνολική περιουσιακή επίπτωση. Με τον τρόπο αυτό η ζημία δεν εμφανίζεται ως αφηρημένη επενδυτική αποτυχία, αλλά ως συγκεκριμένη απομείωση περιουσίας που μπορεί να συνδεθεί με ελλιπή ενημέρωση, ακατάλληλη προώθηση προϊόντος ή παραβίαση της σχέσης εμπιστοσύνης.
Στις υποθέσεις κατά της ΑΑΔΕ ή άλλων εισπρακτικών μηχανισμών του Δημοσίου, η μελέτη μπορεί να εξετάζει το πραγματικό ετήσιο εισόδημα, τις αναγκαίες δαπάνες διαβίωσης, το ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης, τις φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις, το διαθέσιμο υπόλοιπο, την πραγματική φοροδοτική ικανότητα, το έλλειμμα, τη σωρευτική βλάβη και την αδυναμία πληρωμής χωρίς υπαιτιότητα. Έτσι αναδεικνύεται ότι η φορολογική απαίτηση δεν μπορεί να κρίνεται μόνο λογιστικά, αλλά πρέπει να ελέγχεται υπό το πρίσμα της πραγματικής δυνατότητας συμμόρφωσης.
Στις υποθέσεις πολιτικής ή κρατικής ευθύνης, η μελέτη μπορεί να εξετάζει το μέτρο ή την πολιτική επιλογή, ποιος ωφελήθηκε, ποιος επιβαρύνθηκε, ποιο ήταν το άμεσο δημοσιονομικό κόστος, ποιο ήταν το έμμεσο κοινωνικό κόστος, ποια ήταν η περιουσιακή επίπτωση στον πολίτη, ποια είναι η σχέση αιτιότητας και ποιο είναι το συνολικό μέγεθος μετακύλισης της βλάβης. Με τον τρόπο αυτό η πολιτική επιλογή παύει να εμφανίζεται ως αφηρημένη δημοσιονομική απόφαση και μετατρέπεται σε ελεγχόμενο μηχανισμό παραγωγής και μεταφοράς οικονομικού βάρους.
Η σωστή μορφή μιας τέτοιας μελέτης πρέπει να είναι σταθερή, καθαρή και επαναλήψιμη. Πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής μέρη:
1. Αντικείμενο της μελέτης
2. Πραγματικά δεδομένα
3. Παραδοχές
4. Πίνακα υπολογισμών
5. Σενάρια
6. Εκτίμηση βλάβης
7. Ερμηνεία αποτελεσμάτων
8. Νομική χρησιμότητα των αποτελεσμάτων
9. Περιορισμούς της μελέτης
10. Συμπέρασμα
Η ενότητα των παραδοχών είναι κρίσιμη. Κάθε υπολογισμός πρέπει να δηλώνει καθαρά σε ποια δεδομένα στηρίζεται, ποια στοιχεία είναι αποδεδειγμένα, ποια προκύπτουν από έγγραφα, ποια αποτελούν εύλογες εκτιμήσεις και ποια χρειάζονται περαιτέρω επιβεβαίωση μέσω λογιστικού ελέγχου, επίδειξης εγγράφων ή πραγματογνωμοσύνης. Με αυτόν τον τρόπο η μελέτη αποκτά σοβαρότητα και αποφεύγει τον κίνδυνο να εμφανιστεί ως αυθαίρετος ισχυρισμός.
Η παρούσα μορφή μελέτης δεν ισχυρίζεται ότι υποκαθιστά την πλήρη λογιστική ή δικαστική πραγματογνωμοσύνη. Σκοπός της είναι να παρουσιάσει, βάσει συγκεκριμένων αριθμητικών παραδοχών, το εύρος της οικονομικής επιβάρυνσης, να καταδείξει τον μηχανισμό μετακύλισης της βλάβης και να θεμελιώσει την ανάγκη περαιτέρω δικαστικής ή διοικητικής διερεύνησης.
Ιδίως σε υποθέσεις μεγάλης κοινωνικής και οικονομικής σημασίας, η χρηματοοικονομική μελέτη μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στο πραγματικό γεγονός και στη νομική θεμελίωση. Το δικαστήριο δεν καλείται μόνο να διαβάσει γενικούς ισχυρισμούς περί αδικίας, αλλά να δει πίνακες, σενάρια, αριθμητικές διαφορές, σωρευτικές επιβαρύνσεις, εναλλακτικές εκτιμήσεις και συγκεκριμένες οικονομικές συνέπειες. Έτσι η βλάβη αποκτά μορφή, μέγεθος και αποδεικτική κατεύθυνση.
Στις υποθέσεις δανειοληπτών, για παράδειγμα, μπορεί να καταρτίζεται πίνακας με αριθμό δανειοληπτών, μέση αρχική δόση, μέση προτεινόμενη ή βιώσιμη δόση, διαφορά μηνιαίας δόσης, ετήσια διαφορά, διάρκεια παρελθόντος χρόνου, διάρκεια υπολειπόμενου χρόνου, συνολική επιβάρυνση και σενάρια χαμηλής, μεσαίας και υψηλής ζημίας. Έτσι αποτυπώνεται όχι μόνο η ατομική δυσχέρεια, αλλά και η κλίμακα της συστημικής επιβάρυνσης.
Στις υποθέσεις ομολόγων, μπορεί να καταρτίζεται πίνακας με αρχικό κεφάλαιο, χρόνο τοποθέτησης, προφίλ πελάτη, παρουσιαζόμενη ασφάλεια, πραγματική απώλεια, εναλλακτική ασφαλή τοποθέτηση, απώλεια κεφαλαίου, απώλεια τόκων και συνολική περιουσιακή βλάβη. Με αυτόν τον τρόπο η ζημία συνδέεται με συγκεκριμένο οικονομικό αποτέλεσμα και όχι απλώς με γενική απογοήτευση του επενδυτή.
Στις υποθέσεις ΑΑΔΕ, μπορεί να καταρτίζεται πίνακας με πραγματικό ετήσιο εισόδημα, αναγκαίες δαπάνες διαβίωσης, ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης, φορολογικές υποχρεώσεις, ασφαλιστικές υποχρεώσεις, διαθέσιμο υπόλοιπο, πραγματική φοροδοτική ικανότητα, έλλειμμα, σωρευτική βλάβη και αδυναμία πληρωμής χωρίς υπαιτιότητα. Έτσι αποδεικνύεται ότι η αδυναμία πληρωμής δεν είναι απλή άρνηση συμμόρφωσης, αλλά αριθμητικά τεκμηριωμένη ανεπάρκεια διαθέσιμων πόρων.
Στις υποθέσεις πολιτικής ή κρατικής ευθύνης, μπορεί να καταρτίζεται πίνακας με το μέτρο ή την πολιτική επιλογή, τους ωφελημένους, τους επιβαρυμένους, το άμεσο δημοσιονομικό κόστος, το έμμεσο κοινωνικό κόστος, την περιουσιακή επίπτωση στον πολίτη, τη σχέση αιτιότητας και τη συνολική μετακύλιση βλάβης. Έτσι η ευθύνη δεν μένει σε επίπεδο γενικής πολιτικής κριτικής, αλλά αποκτά τεχνική και αριθμητική βάση.
Η κεντρική διατύπωση που πρέπει να συνοδεύει τέτοιες μελέτες είναι η εξής: η μελέτη δεν υποκαθιστά πραγματογνωμοσύνη, αλλά θεμελιώνει εύλογη τεχνική και αριθμητική βάση για δικαστική διερεύνηση, απόδειξη της κλίμακας της βλάβης και διατύπωση ειδικών αιτημάτων επίδειξης εγγράφων, λογιστικού ελέγχου και πραγματογνωμοσύνης.
Με τον τρόπο αυτό η χρηματοοικονομική μελέτη μετατρέπεται σε κρίσιμο εργαλείο θεσμικής άμυνας. Δεν εμφανίζεται ως αυθαίρετη βεβαιότητα, αλλά ως οργανωμένη τεχνική υπόδειξη. Δεν υποκαθιστά τον ειδικό πραγματογνώμονα, αλλά προετοιμάζει το έδαφος για να τεθούν τα σωστά ερωτήματα. Δεν αρκείται σε συνθήματα περί αδικίας, αλλά δείχνει με αριθμούς, παραδοχές και σενάρια πώς παράγεται, μεταφέρεται και διογκώνεται η βλάβη.
Συνεπώς, ο πολίτης μπορεί να αξιοποιεί τέτοιες μελέτες ως μέρος της συνολικής του στρατηγικής. Με τη βοήθεια κατάλληλης τεχνικής επεξεργασίας μπορούν να δημιουργηθούν πίνακες, τύποι, σενάρια, παραρτήματα, LaTeX κείμενα, υπολογιστικά μοντέλα, ερωτήματα προς πραγματογνώμονα και ειδικές δικογραφικές διατυπώσεις για υποθέσεις ΑΑΔΕ, τραπεζών, δανειοληπτών, ομολόγων και πολιτικής ή κρατικής ευθύνης.
Η ουσία είναι ότι η βλάβη πρέπει να αποδεικνύεται όχι μόνο με λόγια, αλλά και με μηχανισμό. Όταν φαίνεται πώς ξεκινά η οικονομική επιβάρυνση, πώς μεταφέρεται, πώς αποκρύπτεται, πώς πολλαπλασιάζεται και πώς τελικά καταλήγει στον πολίτη, τότε η νομική επιχειρηματολογία αποκτά τεχνική βάση, αριθμητική δύναμη και θεσμική σοβαρότητα.