Κείμενο
Στις σύγχρονες τραπεζικές και εισπρακτικές πρακτικές, ο πολίτης μπορεί να έχει λάβει ένα δάνειο από μία συγκεκριμένη τράπεζα, αλλά αργότερα να βρίσκεται απέναντι σε funds, εταιρείες ειδικού σκοπού, αλλοδαπούς δικαιούχους, εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων και servicers που ενεργούν στο όνομα ή για λογαριασμό τρίτων. Η αρχική σχέση γίνεται πολύπλοκη, αδιαφανής και συχνά δυσνόητη για τον μέσο πολίτη.
Αυτό δημιουργεί ένα κρίσιμο θεσμικό ζήτημα. Όποιος απαιτεί χρήματα από τον πολίτη πρέπει πρώτα να αποδεικνύει ότι έχει δικαίωμα να τα απαιτεί. Δεν αρκεί μία επιστολή, μία τηλεφωνική όχληση, μία γενική αναφορά σε μεταβίβαση ή μία τυπική επίκληση διαχείρισης. Απαιτείται πλήρης, συγκεκριμένη και ελέγξιμη απόδειξη.
Η απόδειξη νομιμοποίησης πρέπει να περιλαμβάνει την αρχική σύμβαση, τις τυχόν τροποποιήσεις της, την πλήρη αλυσίδα μεταβίβασης της απαίτησης, τα έγγραφα με τα οποία προκύπτει ο σημερινός δικαιούχος, τη σύμβαση διαχείρισης ή εξουσιοδότησης του servicer, καθώς και κάθε στοιχείο που αποδεικνύει ότι ο συγκεκριμένος φορέας έχει δικαίωμα να ενεργεί εναντίον του πολίτη.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το πραγματικό ύψος της απαίτησης. Ο πολίτης έχει δικαίωμα να γνωρίζει όχι μόνο ένα τελικό ποσό, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αυτό προέκυψε. Πρέπει να παρουσιάζεται αναλυτικά το κεφάλαιο, οι τόκοι, οι τόκοι υπερημερίας, τα έξοδα, οι χρεώσεις, οι καταβολές που έχουν ήδη γίνει, οι τυχόν διαγραφές, οι ρυθμίσεις και κάθε μεταβολή του υπολοίπου.
Χωρίς πλήρη λογιστική ανάλυση, ο πολίτης δεν μπορεί να ελέγξει αν η απαίτηση είναι ορθή. Δεν μπορεί να γνωρίζει αν έχουν υπολογιστεί παράνομες ή καταχρηστικές χρεώσεις, αν έχουν παραλειφθεί πληρωμές, αν έχουν προστεθεί αδικαιολόγητα έξοδα ή αν το υπόλοιπο εμφανίζεται μεγαλύτερο από το πραγματικό.
Η αδιαφάνεια αυτή γίνεται ακόμη σοβαρότερη όταν ο πολίτης καλείται να υπογράψει νέα ρύθμιση. Μία ρύθμιση δεν μπορεί να λειτουργεί ως τρόπος αναγνώρισης αδιαφανούς ή αμφισβητούμενης απαίτησης. Πριν ζητηθεί από τον πολίτη να αναγνωρίσει, να ρυθμίσει ή να αποδεχθεί οποιοδήποτε ποσό, πρέπει να του δοθεί πλήρης δυνατότητα ελέγχου.
Επομένως, η βασική θεσμική αρχή είναι απλή: πρώτα αποδεικνύεται η απαίτηση και μετά ζητείται πληρωμή. Πρώτα αποδεικνύεται η νομιμοποίηση και μετά ασκείται πίεση. Πρώτα αποδεικνύεται το πραγματικό υπόλοιπο και μετά συζητείται οποιαδήποτε ρύθμιση.
Η αντιστροφή αυτής της σειράς παραβιάζει την ουσία της δίκαιης διαδικασίας. Όταν ο πολίτης πιέζεται να πληρώσει χωρίς να έχει πλήρη γνώση και πλήρη πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία, τότε δεν υπάρχει ισότιμη σχέση. Υπάρχει σχέση ισχύος, αδιαφάνειας και επιβολής.
Το ζήτημα δεν είναι να αρνηθεί κανείς γενικά τη δυνατότητα μεταβίβασης απαιτήσεων. Το ζήτημα είναι ότι η μεταβίβαση δεν μπορεί να καταργεί τα δικαιώματα άμυνας του πολίτη. Ο πολίτης πρέπει να μπορεί να ελέγξει ποιος είναι απέναντί του, τι ακριβώς ζητά, από πού προκύπτει η απαίτηση και αν αυτή είναι νόμιμη, ορθή και αναλογική.
Κανένα fund, καμία τράπεζα, κανένας servicer και καμία εταιρεία διαχείρισης δεν μπορεί να λειτουργεί ως απρόσωπος μηχανισμός πίεσης χωρίς πλήρη αποδεικτικό έλεγχο. Η απαίτηση χρημάτων είναι πράξη σοβαρή. Ακόμη σοβαρότερη είναι η απειλή κατάσχεσης ή πλειστηριασμού. Γι’ αυτό και η απόδειξη πρέπει να είναι πλήρης, καθαρή και προηγούμενη κάθε αναγκαστικού μέτρου.
Η νομιμοποίηση δεν είναι τυπική λεπτομέρεια. Είναι η βάση της ίδιας της διαδικασίας. Αν δεν αποδεικνύεται ποιος έχει την απαίτηση, ποιος τη διαχειρίζεται, ποιος ενεργεί και πώς υπολογίστηκε το ποσό, τότε ο πολίτης δεν οφείλει να αντιμετωπίζεται ως κακόπιστος οφειλέτης. Αντίθετα, δικαιούται να ζητά πλήρη διαφάνεια πριν από οποιαδήποτε συμμόρφωση.