Κείμενο
Η σχέση τράπεζας και ιδιώτη πελάτη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απλή συναλλαγή μεταξύ ισοδύναμων μερών. Η τράπεζα διαθέτει οργανωμένη επαγγελματική υποδομή, εξειδικευμένη γνώση, πρόσβαση σε χρηματοοικονομικές πληροφορίες, τεχνική εμπειρία και θεσμικό κύρος, ενώ ο ιδιώτης πελάτης, ιδίως όταν ενεργεί ως αποταμιευτής ή μη επαγγελματίας επενδυτής, στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ενημέρωση, στις διαβεβαιώσεις, στις παραστάσεις και στη γενική αξιοπιστία του τραπεζικού ιδρύματος.
Η εμπιστοσύνη αυτή δημιουργεί αυξημένη υποχρέωση επιμέλειας, πληροφόρησης, προειδοποίησης και προστασίας του πελάτη. Η τράπεζα δεν μπορεί να εμφανίζεται εκ των υστέρων ως απλός εκτελεστής εντολών, όταν προηγουμένως έχει διαμορφώσει το περιβάλλον εμπιστοσύνης μέσα στο οποίο ο πελάτης έλαβε την επενδυτική ή αποταμιευτική του απόφαση. Ιδίως όταν η συναλλαγή αφορά ομόλογα, σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα ή τίτλους με κίνδυνο απώλειας κεφαλαίου, η τράπεζα οφείλει να εξηγεί με σαφήνεια τη φύση, τον κίνδυνο, τη ρευστότητα, την πιθανότητα ζημίας και τις συνέπειες της επένδυσης.
Η ευθύνη της τράπεζας δεν περιορίζεται στο αν υπήρξε τυπική υπογραφή εντύπων ή γενική αποδοχή κινδύνου από τον πελάτη. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν ο πελάτης ενημερώθηκε ουσιαστικά, πλήρως και κατανοητά για τον πραγματικό χαρακτήρα της τοποθέτησης. Η απλή αναφορά σε γενικούς κινδύνους δεν αρκεί, όταν ο πελάτης δεν μπορούσε, με βάση τις γνώσεις, την ηλικία, την εμπειρία, το επενδυτικό του προφίλ και τον σκοπό της τοποθέτησης, να αντιληφθεί την πραγματική έκταση της διακινδύνευσης.
Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να εξετάζεται αν η τράπεζα παρουσίασε την τοποθέτηση ως ασφαλή, συντηρητική, ισοδύναμη με προθεσμιακή κατάθεση ή κατάλληλη για προστασία αποταμιεύσεων. Πρέπει επίσης να εξετάζεται αν αποσιωπήθηκαν ή υποβαθμίστηκαν κρίσιμα στοιχεία, όπως ο κίνδυνος κουρέματος, η δυνατότητα απώλειας κεφαλαίου, η μεταβλητότητα της αξίας του τίτλου, η αδυναμία άμεσης ρευστοποίησης χωρίς ζημία ή η εξάρτηση της επένδυσης από ευρύτερες δημοσιονομικές και χρηματοπιστωτικές εξελίξεις.
Η τράπεζα, ως επαγγελματίας της χρηματοπιστωτικής αγοράς, είχε καθήκον να αξιολογήσει αν το προϊόν ανταποκρινόταν στις ανάγκες και στο προφίλ του πελάτη. Αν ο πελάτης ζητούσε διατήρηση κεφαλαίου, ασφάλεια, σταθερότητα ή απλή αποταμιευτική τοποθέτηση, η προώθηση τίτλων που ενείχαν ουσιώδη κίνδυνο απώλειας κεφαλαίου μπορεί να συνιστά παραβίαση του καθήκοντος προστασίας και ορθής ενημέρωσης. Η τράπεζα δεν μπορεί να μεταφέρει στον πελάτη τον επενδυτικό κίνδυνο χωρίς να έχει προηγουμένως διασφαλίσει ότι ο πελάτης τον κατανόησε πραγματικά.
Η κρίση περί ευθύνης πρέπει να λαμβάνει υπόψη και το ευρύτερο χρηματοπιστωτικό περιβάλλον. Η τραπεζική κρίση, η ανάγκη ενίσχυσης της ρευστότητας, η πίεση για διάθεση χρηματοοικονομικών προϊόντων, η μεταφορά κινδύνων σε ιδιώτες και η μετέπειτα κρατική στήριξη του τραπεζικού συστήματος δείχνουν ότι οι τράπεζες δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ουδέτεροι παρατηρητές. Αποτελούσαν ενεργούς φορείς ενός συστήματος που παρήγαγε, διέθετε και διαχειριζόταν χρηματοοικονομικό κίνδυνο, ενώ οι τελικές ζημίες μεταφέρθηκαν συχνά στους ιδιώτες πελάτες.
Ιδίως όταν ο ιδιώτης απώλεσε αποταμιεύσεις ή περιουσιακά στοιχεία που προορίζονταν για οικογενειακή ασφάλεια, συνταξιοδοτική κάλυψη, κάλυψη βασικών αναγκών ή προστασία κατοικίας και επαγγελματικής ζωής, η βλάβη δεν είναι απλώς λογιστική. Πρόκειται για ουσιαστική περιουσιακή και προσωπική απορρύθμιση, η οποία πρέπει να αξιολογείται υπό το πρίσμα της προστασίας της περιουσίας, της καλής πίστης, των συναλλακτικών ηθών και της αυξημένης ευθύνης του χρηματοπιστωτικού φορέα.
Η τράπεζα δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη με την επίκληση ότι ο πελάτης υπέγραψε ή ότι είχε τη δυνατότητα να διαβάσει τυπικά έντυπα. Η υπογραφή δεν θεραπεύει την ελλιπή, ασαφή, παραπλανητική ή ανεπαρκή ενημέρωση. Η πραγματική συναλλακτική ισορροπία απαιτεί ο πελάτης να έχει τεθεί σε θέση να κατανοήσει τι αγοράζει, ποιον κίνδυνο αναλαμβάνει, ποια είναι η πιθανή έκταση της ζημίας και αν η επιλογή αυτή συνάδει με τις ανάγκες και τις οδηγίες του.
Επιπλέον, πρέπει να εξετάζεται αν η τράπεζα είχε ίδιο συμφέρον από την προώθηση ή διάθεση των τίτλων, αν υπήρχε σύγκρουση συμφερόντων, αν ο πελάτης ενημερώθηκε για τη σύγκρουση αυτή, αν η τράπεζα επιδίωξε να μειώσει δικό της κίνδυνο ή να ενισχύσει τη θέση της μέσω της μεταφοράς κινδύνου στον πελάτη, και αν η συμπεριφορά της συνάδει με την υποχρέωση πίστης και προστασίας που απορρέει από τη σχέση εμπιστοσύνης.
Η ευθύνη της τράπεζας πρέπει επίσης να συνδεθεί με την αρχή ότι ο ισχυρότερος και ειδικός συναλλασσόμενος δεν μπορεί να εκμεταλλεύεται την άγνοια, την εμπιστοσύνη ή την αδυναμία αξιολόγησης του ασθενέστερου μέρους. Ο ιδιώτης πελάτης δεν έχει την ίδια δυνατότητα με την τράπεζα να αξιολογήσει μακροοικονομικούς κινδύνους, δημοσιονομικές εξελίξεις, πιστωτικό κίνδυνο, κίνδυνο κουρέματος ή επιπτώσεις αναδιάρθρωσης χρέους. Για τον λόγο αυτό η τράπεζα έχει αυξημένη ευθύνη να εξηγεί, να προειδοποιεί και να αποτρέπει ακατάλληλες τοποθετήσεις.
Η τυχόν επίκληση γενικής οικονομικής κρίσης δεν αρκεί για να αποκλείσει την ευθύνη της τράπεζας. Αντιθέτως, η ύπαρξη γνωστών ή προβλέψιμων κινδύνων ενισχύει την υποχρέωση προειδοποίησης. Όσο περισσότερο το χρηματοπιστωτικό περιβάλλον καθίσταται ασταθές, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση της τράπεζας να προστατεύσει τον μη ειδικό πελάτη από προϊόντα που δεν ανταποκρίνονται στο προφίλ και στις ανάγκες του.
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να ερευνηθούν ιδίως τα ακόλουθα:
α) ποιο ήταν το επενδυτικό ή αποταμιευτικό προφίλ του πελάτη,
β) ποιος ήταν ο σκοπός της τοποθέτησης,
γ) αν ζητήθηκε ασφάλεια κεφαλαίου ή συντηρητική διαχείριση,
δ) ποια ενημέρωση δόθηκε πριν από την αγορά των ομολόγων,
ε) αν εξηγήθηκε ο κίνδυνος απώλειας κεφαλαίου,
στ) αν το προϊόν παρουσιάστηκε ως ασφαλές ή ισοδύναμο με κατάθεση,
ζ) αν υπήρχε σύγκρουση συμφερόντων της τράπεζας,
η) αν ο πελάτης είχε πραγματική δυνατότητα κατανόησης της συναλλαγής,
θ) αν τα έντυπα ήταν ειδικά, σαφή και εξατομικευμένα ή απλώς γενικά και τυποποιημένα,
ι) αν η τράπεζα παρέβη την υποχρέωση επιμέλειας, ενημέρωσης και προστασίας.
Η απώλεια από ομόλογα δεν πρέπει να εξετάζεται αποκομμένα από το πλαίσιο μέσα στο οποίο ο πελάτης οδηγήθηκε στην τοποθέτηση. Αν η απόφαση ελήφθη υπό καθεστώς εμπιστοσύνης προς την τράπεζα, ελλιπούς πληροφόρησης, υποβάθμισης του κινδύνου ή ακατάλληλης προώθησης προϊόντος, τότε η τελική ζημία δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στον πελάτη.
Η τράπεζα, ως φορέας επαγγελματικής εμπιστοσύνης, είχε υποχρέωση να αποτρέψει τη μετατροπή της αποταμίευσης του πελάτη σε ανεπίγνωστη ανάληψη χρηματοοικονομικού κινδύνου. Η παράλειψη αυτής της υποχρέωσης θεμελιώνει ευθύνη για την περιουσιακή βλάβη που υπέστη ο πελάτης, καθώς και για την ηθική βλάβη που προκλήθηκε από την απώλεια περιουσιακής ασφάλειας, τη διατάραξη της οικογενειακής και οικονομικής ζωής και την προσβολή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του προς το τραπεζικό ίδρυμα.
Συνεπώς, η τράπεζα δεν πρέπει να κριθεί μόνο με βάση την τυπική ολοκλήρωση της συναλλαγής, αλλά με βάση την ουσιαστική συμπεριφορά της πριν, κατά και μετά την τοποθέτηση. Το αποφασιστικό κριτήριο είναι αν ενήργησε ως υπεύθυνος, έντιμος και επιμελής χρηματοπιστωτικός φορέας απέναντι σε ιδιώτη πελάτη που την εμπιστεύθηκε, ή αν μετέφερε σε αυτόν κίνδυνο που δεν είχε πραγματικά κατανοήσει και δεν ανταποκρινόταν στις ανάγκες του.
Η τράπεζα δεν μπορεί να επικαλείται την υπογραφή του πελάτη ως απαλλαγή, όταν προηγουμένως η ίδια δημιούργησε σχέση εμπιστοσύνης, παρείχε ελλιπή ή ανεπαρκή ενημέρωση και μετέτρεψε την αποταμίευση του ιδιώτη σε ανεπίγνωστη ανάληψη χρηματοοικονομικού κινδύνου.