Αγωγές κατά του Δημοσίου: Όταν η Κρατική Λειτουργία Παράγει ή Επιτείνει την Οικονομική Αδυναμία

Η αγωγή κατά του Δημοσίου δεν μπορεί να στηρίζεται σε γενική καταγγελία, αλλά σε συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη, συγκεκριμένη ζημία και αιτιώδη σύνδεση μεταξύ κρατικής συμπεριφοράς και οικονομικής βλάβης του πολίτη.

Περίληψη

Οι αγωγές κατά του Δημοσίου μπορούν να αποτελέσουν κρίσιμο εργαλείο θεσμικής άμυνας, όταν η κρατική λειτουργία δεν περιορίζεται στην είσπραξη απαιτήσεων, αλλά δημιουργεί, επιτείνει ή εκμεταλλεύεται την οικονομική αδυναμία του πολίτη. Για να σταθεί όμως μια τέτοια αξίωση, δεν αρκεί η γενική θέση ότι «το κράτος φταίει». Απαιτείται συγκεκριμένη παράνομη πράξη ή παράλειψη, συγκεκριμένη ζημία και σαφής αιτιώδης σύνδεση μεταξύ της κρατικής συμπεριφοράς και της βλάβης που υπέστη ο πολίτης.

Κείμενο

Οι αγωγές κατά του Δημοσίου μπορούν να ενταχθούν στη συνολική στρατηγική θεσμικής άμυνας του πολίτη, αλλά πρέπει να θεμελιώνονται με ακρίβεια. Δεν αρκεί να προβάλλεται γενικά ότι το κράτος ευθύνεται για την οικονομική δυσχέρεια ή ότι η Διοίκηση ενεργεί άδικα. Για να σταθεί αγωγή αποζημίωσης, απαιτείται συγκεκριμένη παράνομη πράξη ή παράλειψη, συγκεκριμένη ζημία και καθαρή αιτιώδης σύνδεση μεταξύ της κρατικής συμπεριφοράς και της ζημίας που υπέστη ο πολίτης.

Η βασική λογική μιας τέτοιας αγωγής δεν είναι ότι ο πολίτης απλώς δυσκολεύεται να πληρώσει. Αυτό, από μόνο του, είναι αδύναμο. Το ουσιαστικό επιχείρημα είναι ότι το Δημόσιο, με πράξεις, παραλείψεις, καθυστερήσεις, εσφαλμένους υπολογισμούς, αδιαφανείς διαδικασίες ή δυσανάλογη εισπρακτική ακαμψία, δημιούργησε ή επέτεινε την οικονομική αδυναμία του πολίτη και στη συνέχεια τον αντιμετώπισε ως αποκλειστικά υπαίτιο οφειλέτη για μια αδυναμία που το ίδιο προκάλεσε ή όφειλε να συνεκτιμήσει.

Εκεί μεταβάλλεται ολόκληρη η βάση της υπόθεσης. Η υπόθεση δεν παρουσιάζεται πλέον ως απλή αδυναμία πληρωμής εισφορών, φόρων ή ρυθμίσεων, αλλά ως μηχανισμός κρατικής ευθύνης: κρατική πράξη ή παράλειψη, οικονομική ασφυξία, αδυναμία πληρωμής, προσαυξήσεις, μέτρα είσπραξης, απώλεια δικαιωμάτων ή ευκαιριών και τελική περιουσιακή ή ηθική βλάβη.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η περίπτωση καθυστέρησης πληρωμών από το Δημόσιο ή από δημόσιους φορείς. Αν ένας επαγγελματίας εκτέλεσε έργο, παρείχε υπηρεσίες, εξέδωσε τιμολόγια, δημιούργησε φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις, αλλά το Δημόσιο δεν τον πλήρωσε εγκαίρως, τότε μπορεί να δημιουργείται άμεση αιτιώδης σύνδεση. Δεν εισέπραξε επειδή καθυστέρησε το Δημόσιο· άρα δεν μπόρεσε να αποδώσει ΦΠΑ, να πληρώσει ΕΦΚΑ, φόρους, ρυθμίσεις ή βασικές λειτουργικές δαπάνες. Αν από αυτή την καθυστέρηση δημιουργήθηκαν προσαυξήσεις, απώλεια ενημερότητας, αδυναμία ανάληψης νέου έργου ή πρόσθετη οικονομική ζημία, τότε η βλάβη δεν είναι απλώς ιδιωτική αδυναμία, αλλά μπορεί να εμφανιστεί ως αποτέλεσμα κρατικής συμπεριφοράς.

Δεύτερη κρίσιμη περίπτωση είναι ο παράνομος, εσφαλμένος ή ανεπαρκώς αιτιολογημένος υπολογισμός εισφορών ή οφειλών. Αν ο ΕΦΚΑ ή το ΚΕΑΟ βεβαιώνει ποσά χωρίς πλήρη αιτιολογία, με λάθος ασφαλιστική βάση, λάθος περίοδο, λάθος κατηγορία, λάθος προσαυξήσεις, λάθος εφαρμογή κανόνων παράλληλης ασφάλισης ή χωρίς επαρκή πρόσβαση του πολίτη στον φάκελό του, τότε δεν μιλάμε μόνο για οφειλή. Μιλάμε για πιθανή παράνομη διοικητική επιβάρυνση, η οποία μπορεί να δημιουργήσει ή να επιτείνει περιουσιακή βλάβη.

Τρίτη περίπτωση είναι η παράλειψη συνεκτίμησης της πραγματικής δυνατότητας πληρωμής. Το ζήτημα αυτό είναι δυσκολότερο νομικά, αλλά είναι κρίσιμο θεσμικά. Όταν η Διοίκηση βεβαιώνει, προσαυξάνει, εισπράττει ή επισπεύδει μέτρα χωρίς να εξετάζει αν ο πολίτης μπορεί να καλύψει το ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης, τίθεται ζήτημα αναλογικότητας, χρηστής διοίκησης, προστασίας της ανθρώπινης αξίας και πραγματικής δυνατότητας συμμόρφωσης. Η Διοίκηση δεν μπορεί να απαιτεί το αδύνατο και στη συνέχεια να τιμωρεί τον πολίτη επειδή δεν πραγματοποίησε το αδύνατο.

Τέταρτη περίπτωση είναι η ζημία από μέτρα αναγκαστικής είσπραξης. Αν, λόγω οφειλής προς ΕΦΚΑ ή ΚΕΑΟ, επήλθε δέσμευση τραπεζικού λογαριασμού, απώλεια ασφαλιστικής ενημερότητας, αδυναμία συμμετοχής σε διαγωνισμό ή έργο, απώλεια πελάτη, απώλεια σύμβασης, κατάρρευση ρύθμισης, αδυναμία συνέχισης επαγγελματικής δραστηριότητας ή γενικότερη οικονομική απορρύθμιση, τότε αυτά μπορούν να αποτελέσουν στοιχεία πραγματικής ζημίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να ζητηθεί αποκατάσταση περιουσιακής ζημίας και, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Η προσοχή πρέπει να δοθεί στη δομή της αγωγής. Δεν πρέπει να μετατραπεί σε γενική πολιτική καταγγελία. Το δικαστήριο χρειάζεται μηχανισμό απόδειξης. Η λογική αλυσίδα πρέπει να είναι καθαρή:

πράξη ή παράλειψη του Δημοσίου → οικονομική αδυναμία → αδυναμία πληρωμής ΕΦΚΑ, ΦΠΑ, φόρων ή ρυθμίσεων → προσαυξήσεις, μέτρα, απώλειες και περιορισμοί → συγκεκριμένη ζημία.

Για παράδειγμα, μπορεί να τεθεί ως εξής: το Δημόσιο καθυστέρησε να καταβάλει οφειλόμενο ποσό προς τον επαγγελματία. Από την καθυστέρηση αυτή ο επαγγελματίας δεν μπόρεσε να αποδώσει ΦΠΑ, να πληρώσει ασφαλιστικές εισφορές, να καλύψει λειτουργικές δαπάνες και να διατηρήσει ασφαλιστική ή φορολογική ενημερότητα. Εξαιτίας αυτής της αδυναμίας δημιουργήθηκαν προσαυξήσεις, απώλεια δυνατότητας ανάληψης νέου έργου, απώλεια εισοδήματος και πρόσθετη οικονομική ζημία. Συνεπώς, η ζημία δεν εμφανίζεται ως απλή προσωπική αποτυχία πληρωμής, αλλά ως αποτέλεσμα συγκεκριμένης κρατικής καθυστέρησης ή παράλειψης.

Για τον ΕΦΚΑ και το ΚΕΑΟ, η στρατηγική δεν πρέπει να περιορίζεται σε μία μόνο γραμμή. Μπορούν να διακριθούν τρεις πιθανές κατευθύνσεις.

Πρώτον, αγωγή αποζημίωσης κατά του Δημοσίου ή του αρμόδιου φορέα λόγω συγκεκριμένης παράνομης πράξης ή παράλειψης. Σε αυτή την περίπτωση ζητείται αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε, όπως προσαυξήσεις, οικονομικές απώλειες, απώλεια ευκαιριών, απώλεια συμβάσεων, απώλεια ενημερότητας ή ηθική βλάβη.

Δεύτερον, διοικητική αμφισβήτηση της ίδιας της οφειλής. Εδώ το κέντρο βάρους δεν είναι μόνο η αποζημίωση, αλλά ο έλεγχος της οφειλής: πώς προέκυψε το ποσό, ποια περίοδο αφορά, ποια ασφαλιστική βάση χρησιμοποιήθηκε, ποιες προσαυξήσεις επιβλήθηκαν, ποια στοιχεία έλαβε υπόψη η Διοίκηση και αν ο πολίτης είχε ουσιαστική πρόσβαση στον φάκελο και δυνατότητα άμυνας.

Τρίτον, ένδικο βοήθημα ή αγωγική θεμελίωση που συνδέει την οικονομική και θεσμική βλάβη με την αδυναμία πληρωμής. Σε αυτή τη γραμμή εντάσσεται η μελέτη του Ελάχιστου Κόστους Διαβίωσης. Η μελέτη δεν χρησιμοποιείται ως γενική κοινωνική αναφορά, αλλά ως εργαλείο απόδειξης ότι, μετά την κάλυψη των αναγκαίων δαπανών, δεν υπήρχε πραγματικό διαθέσιμο ποσό για την εκπλήρωση της απαίτησης χωρίς οικονομική κατάρρευση.

Η κεντρική θέση μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: το Δημόσιο δεν μπορεί, αφενός, να δημιουργεί ή να επιτείνει την οικονομική ασφυξία του πολίτη με καθυστερήσεις πληρωμών, υπέρμετρες επιβαρύνσεις, αδιαφανείς υπολογισμούς και ακαμψία είσπραξης, και, αφετέρου, να εμφανίζει την αντικειμενική αδυναμία πληρωμής ως ατομική υπαιτιότητα του πολίτη.

Για να στηθεί φάκελος αγωγής ή ουσιαστικής αμφισβήτησης κατά του Δημοσίου, του ΕΦΚΑ ή του ΚΕΑΟ, χρειάζεται συγκεκριμένη αποδεικτική οργάνωση. Ο φάκελος πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον:

α) όλες τις βεβαιώσεις οφειλής ΕΦΚΑ ή ΚΕΑΟ,

β) ανάλυση κύριας οφειλής και προσαυξήσεων,

γ) αποδείξεις εισοδήματος και βασικών εξόδων,

δ) αποδείξεις καθυστερημένων πληρωμών από το Δημόσιο ή δημόσιους φορείς,

ε) αποδεικτικά ζημίας, όπως κατασχέσεις, δεσμεύσεις, απώλεια ενημερότητας, χαμένες συμβάσεις, χαμένοι πελάτες ή απώλεια δυνατότητας εργασίας,

στ) υπολογισμό ελάχιστου κόστους αξιοπρεπούς διαβίωσης,

ζ) οικονομικό πίνακα που δείχνει ότι η απαίτηση ήταν μη βιώσιμη με βάση τα πραγματικά διαθέσιμα εισοδήματα.

Το πιο σημαντικό είναι η προσωποποίηση της ζημίας. Δεν αρκεί να λέγεται ότι οι πολίτες αδικούνται γενικά. Πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο συγκεκριμένος πολίτης, με τα συγκεκριμένα εισοδήματα, τα συγκεκριμένα έξοδα, τις συγκεκριμένες κρατικές καθυστερήσεις, τις συγκεκριμένες πράξεις ΕΦΚΑ ή ΚΕΑΟ και τις συγκεκριμένες συνέπειες, υπέστη συγκεκριμένη περιουσιακή ή ηθική βλάβη.

Η αγωγή κατά του Δημοσίου γίνεται ισχυρή όταν αναδεικνύει τον μηχανισμό ευθύνης. Δεν ζητείται να απαλλαγεί ο πολίτης επειδή απλώς δυσκολεύεται. Ζητείται να αποζημιωθεί και να προστατευθεί όταν η ίδια η κρατική λειτουργία παράγει, επιτείνει ή εκμεταλλεύεται την αδυναμία του.

Συνεπώς, οι αγωγές κατά του Δημοσίου μπορούν να αποτελέσουν βασικό όπλο στη στρατηγική θεσμικής άμυνας, εφόσον δεν διατυπώνονται ως γενική διαμαρτυρία, αλλά ως τεκμηριωμένος μηχανισμός ευθύνης. Το ζητούμενο είναι να αποδειχθεί ότι η κρατική συμπεριφορά δεν ήταν ουδέτερη, αλλά συνέβαλε συγκεκριμένα στην οικονομική βλάβη του πολίτη, και ότι η μεταγενέστερη αντιμετώπισή του ως αποκλειστικά υπαίτιου οφειλέτη παραβιάζει την αναλογικότητα, τη χρηστή διοίκηση, την προστασία της περιουσίας και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.