Κείμενο
Η κατάθεση αίτησης οικονομικής βοήθειας στον Δήμο δημιουργεί επίσημο διοικητικό ίχνος. Από τη στιγμή που ο πολίτης καταθέτει αίτηση, λαμβάνει αριθμό πρωτοκόλλου και προσκομίζει στοιχεία για τα εισοδήματα, τις ανάγκες, τις ανελαστικές δαπάνες και το ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης, ο Δήμος δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν γνώριζε.
Αυτό είναι κρίσιμο. Η ευθύνη των αρμοδίων οργάνων δεν θεμελιώνεται μόνο στο ότι ο πολίτης βρίσκεται σε οικονομική δυσπραγία. Θεμελιώνεται κυρίως στο ότι η Διοίκηση ενημερώθηκε επίσημα, είχε τα στοιχεία στα χέρια της, μπορούσε να εξετάσει το αίτημα και παρ’ όλα αυτά δεν ενήργησε με τρόπο ουσιαστικό, ειδικό, αιτιολογημένο και σύμφωνο με την υποχρέωση προστασίας της αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Αν ο Δήμος δεν απαντήσει, η σιωπή αυτή μπορεί να αξιοποιηθεί ως στοιχείο παράλειψης. Αν απαντήσει γενικόλογα, χωρίς να εξετάζει τα πραγματικά οικονομικά στοιχεία, η απάντηση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ανεπαρκής. Αν απορρίψει το αίτημα χωρίς να εξηγεί πώς μπορεί ο πολίτης να καλύψει το ελάχιστο κόστος διαβίωσης, τότε η απόρριψη αφήνει αναπάντητο το ουσιαστικό ζήτημα: πώς θα ζήσει ο άνθρωπος με αξιοπρέπεια;
Οι αγωγές κατά δημάρχων, αντιδημάρχων, μελών επιτροπών ή άλλων αρμοδίων προσώπων δεν πρέπει να εμφανίζονται ως βιαστική ή αόριστη απειλή. Πρέπει να βασίζονται σε πλήρη φάκελο. Ο φάκελος αυτός περιλαμβάνει την αρχική αίτηση, τον αριθμό πρωτοκόλλου, τα συνημμένα οικονομικά στοιχεία, τον υπολογισμό του Ελάχιστου Κόστους Διαβίωσης, τυχόν απάντηση του Δήμου, τυχόν σιωπή, μεταγενέστερες οχλήσεις, αποδείξεις ζημίας και κάθε στοιχείο που δείχνει ότι η παράλειψη ή η άρνηση επέτεινε την οικονομική και προσωπική βλάβη του πολίτη.
Η αγωγή δεν στηρίζεται μόνο στο ότι ο πολίτης ζητά χρήματα. Στηρίζεται στο ότι η Πολιτεία και τα όργανά της έχουν υποχρέωση να μη μετατρέπουν τον άνθρωπο σε αντικείμενο εγκατάλειψης, κοινωνικού αποκλεισμού ή εξευτελισμού. Όταν ένας πολίτης αποδεικνύει ότι τα πραγματικά του εισοδήματα δεν επαρκούν για τη στοιχειώδη αξιοπρεπή διαβίωση, η Διοίκηση οφείλει να απαντήσει με συγκεκριμένο τρόπο και όχι με τυπικές φράσεις.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η σύνδεση με τη ζημία. Αν η άρνηση ή η αδράνεια του Δήμου οδηγεί σε επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης, απώλεια κατοικίας, αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών, επιβάρυνση υγείας, κοινωνικό αποκλεισμό, ψυχική ταλαιπωρία ή προσβολή της προσωπικότητας, τότε τα στοιχεία αυτά πρέπει να καταγράφονται και να εντάσσονται στον φάκελο.
Σκοπός των αγωγών δεν είναι να παρουσιαστεί ο πολίτης ως επαίτης. Σκοπός είναι να τεθεί η ευθύνη εκεί όπου ανήκει: στα όργανα που γνώριζαν, είχαν αρμοδιότητα να εξετάσουν, είχαν υποχρέωση να αιτιολογήσουν και παρ’ όλα αυτά δεν προστάτευσαν την αξιοπρεπή διαβίωση.
Για τον λόγο αυτό, κάθε πολίτης που προχωρά σε τέτοια διαδικασία πρέπει να διατηρεί πλήρη φάκελο, να μη στηρίζεται σε προφορικές συνομιλίες, να ζητά πάντοτε γραπτές απαντήσεις, να λαμβάνει αριθμό πρωτοκόλλου και να καταγράφει κάθε παράλειψη. Η αγωγή χρειάζεται αποδείξεις, όχι απλές διαμαρτυρίες.
Η βασική θέση είναι η εξής: από τη στιγμή που ο Δήμος γνωρίζει επισήμως ότι ένας πολίτης δεν διαθέτει τα αναγκαία μέσα για αξιοπρεπή διαβίωση, η αδιαφορία, η σιωπή ή η αόριστη απόρριψη δεν είναι απλή γραφειοκρατική στάση. Είναι πράξη ή παράλειψη που μπορεί να προκαλέσει πραγματική ζημία και να γεννήσει ευθύνη.




