Η Αδυναμία Πληρωμής δεν είναι Πάντα Υπαιτιότητα

Η Αδυναμία Πληρωμής δεν είναι Πάντα Υπαιτιότητα

Περίληψη

Η αδυναμία πληρωμής προς ΕΦΚΑ, ΚΕΑΟ, ΑΑΔΕ ή άλλους φορείς δεν μπορεί να εξομοιώνεται μηχανικά με υπαιτιότητα, αδιαφορία ή στρατηγική αποφυγή. Πρέπει να διακρίνεται ο στρατηγικός κακοπληρωτής από τον πολίτη που βρίσκεται σε αντικειμενική οικονομική αδυναμία.

Κείμενο

Δεν είναι κάθε άνθρωπος που δεν πληρώνει κακοπληρωτής. Δεν είναι κάθε οφειλή αποτέλεσμα αδιαφορίας. Δεν είναι κάθε αδυναμία πληρωμής υπαιτιότητα.

image

Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα της σημερινής διοικητικής και εισπρακτικής λογικής είναι ότι συχνά αντιμετωπίζει την αδυναμία πληρωμής σαν να είναι πάντοτε αποτέλεσμα προσωπικής επιλογής. Ο πολίτης εμφανίζεται ως κάποιος που “δεν συμμορφώθηκε”, “δεν ρύθμισε”, “δεν συνεργάστηκε” ή “δεν πλήρωσε”, χωρίς να εξετάζεται αν πράγματι μπορούσε να πληρώσει.

image

Αυτή η εξίσωση είναι θεσμικά επικίνδυνη. Διότι άλλο είναι ο στρατηγικός κακοπληρωτής που έχει δυνατότητα πληρωμής αλλά επιλέγει να μην πληρώσει, και άλλο είναι ο πολίτης που βρίσκεται σε αντικειμενική οικονομική αδυναμία. Η Διοίκηση δεν μπορεί να μεταχειρίζεται αυτές τις δύο περιπτώσεις σαν να είναι ίδιες.

image

1. Η υπαιτιότητα δεν τεκμαίρεται από την ύπαρξη οφειλής

Το γεγονός ότι υπάρχει οφειλή δεν αποδεικνύει από μόνο του υπαιτιότητα. Αποδεικνύει μόνο ότι υπάρχει μια απαίτηση που εμφανίζεται ως ανεξόφλητη. Δεν αποδεικνύει γιατί έμεινε ανεξόφλητη.

Για να μιλήσει κανείς σοβαρά για υπαιτιότητα, πρέπει να εξετάσει:

αν ο πολίτης είχε πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα,
αν είχε επαρκή ρευστότητα,
αν είχε καλύψει ήδη βασικές ανάγκες διαβίωσης,

αν υπήρχαν καθυστερημένες πληρωμές από τρίτους ή από το Δημόσιο,

αν υπήρχαν έκτακτα έξοδα υγείας ή οικογενειακές ανάγκες,
αν η απαίτηση ήταν ορθά υπολογισμένη,

αν είχε προηγηθεί πλήρης ενημέρωση,
αν υπήρχε πραγματική δυνατότητα ρύθμισης,

και αν η πληρωμή μπορούσε να γίνει χωρίς κατάρρευση της ζωής ή της επαγγελματικής δραστηριότητας.

Χωρίς αυτά τα στοιχεία, η Διοίκηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την αδυναμία πληρωμής ως ενοχή. Η οφειλή χρειάζεται έλεγχο. Η υπαιτιότητα χρειάζεται απόδειξη.

2. Ο στρατηγικός κακοπληρωτής και ο αντικειμενικά αδύναμος πολίτης
Πρέπει να γίνει καθαρή διάκριση.

Ο στρατηγικός κακοπληρωτής είναι εκείνος που έχει πραγματική δυνατότητα πληρωμής, έχει διαθέσιμο εισόδημα ή περιουσιακή άνεση, γνωρίζει την υποχρέωση, μπορεί να την εκπληρώσει, αλλά επιλέγει συνειδητά να μην το κάνει.
Ο αντικειμενικά αδύναμος πολίτης είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Είναι εκείνος που, ακόμη και αν αναγνωρίζει τη σημασία της υποχρέωσης, δεν έχει πραγματικό διαθέσιμο υπόλοιπο μετά την κάλυψη των βασικών αναγκών διαβίωσης, της οικογένειας, της υγείας και της λειτουργίας της επαγγελματικής του δραστηριότητας.
Η πρώτη περίπτωση μπορεί να δικαιολογεί αυστηρή διοικητική αντίδραση. Η δεύτερη περίπτωση απαιτεί στάθμιση, έλεγχο, προστασία και τεκμηριωμένη αντιμετώπιση.
Αν η Διοίκηση δεν ξεχωρίζει αυτές τις δύο περιπτώσεις, τότε δεν εφαρμόζει δίκαιη διοίκηση. Εφαρμόζει μηχανική είσπραξη.
3. Η αντικειμενική αδυναμία πρέπει να αποδεικνύεται
Η θέση ότι ο πολίτης βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία δεν πρέπει να μένει γενική και αόριστη. Πρέπει να αποδεικνύεται.
Ο πολίτης πρέπει να μπορεί να δείξει:

ποια ήταν τα πραγματικά του έσοδα,
ποια ήταν τα πραγματικά του έξοδα,

ποιες εισπράξεις καθυστέρησαν,
ποιες υποχρεώσεις έτρεχαν ταυτόχρονα,

ποιο ήταν το ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης,
ποιο ήταν το λειτουργικό κόστος της δραστηριότητας,

ποιο ήταν το τελικό διαθέσιμο υπόλοιπο,
και γιατί η πληρωμή της απαίτησης θα οδηγούσε σε σοβαρή βλάβη.

Έτσι η αδυναμία πληρωμής παύει να εμφανίζεται ως απλή δικαιολογία. Μετατρέπεται σε τεκμηριωμένη πραγματικότητα.

4. Η Διοίκηση πρέπει να εξετάζει την πραγματική δυνατότητα
Η Διοίκηση δεν πρέπει να αρκείται στο ερώτημα αν υπάρχει οφειλή. Πρέπει να εξετάζει αν υπάρχει πραγματική δυνατότητα πληρωμής.

Αν δεν εξετάζει τη δυνατότητα, τότε κινδυνεύει να επιβάλλει μέτρα σε ανθρώπους που δεν αρνούνται την υποχρέωση, αλλά δεν μπορούν αντικειμενικά να την εκπληρώσουν χωρίς να θίξουν την αξιοπρεπή διαβίωση.

Η πραγματική δυνατότητα πληρωμής δεν είναι θεωρητικό ζήτημα. Είναι αριθμητικό, κοινωνικό και θεσμικό ζήτημα. Πρέπει να αποτυπώνεται με στοιχεία και να συνεκτιμάται πριν από ρυθμίσεις, καταλογισμούς, προσαυξήσεις, δεσμεύσεις ή μέτρα αναγκαστικής είσπραξης.

5. Η πίεση δεν πρέπει να βαφτίζεται υπαιτιότητα
Πολλές φορές ο πολίτης δεν οδηγείται σε αδυναμία επειδή αδιαφόρησε, αλλά επειδή βρέθηκε μέσα σε συνθήκες πίεσης που ξεπερνούν την πραγματική του δυνατότητα.

Καθυστερημένες πληρωμές, μειωμένα εισοδήματα, επαγγελματικά έξοδα, οικογενειακές ανάγκες, έξοδα υγείας, ΦΠΑ, φόροι, ΕΦΚΑ, προσαυξήσεις και ρυθμίσεις μπορεί να συσσωρεύονται ταυτόχρονα. Όταν όλα αυτά συγκλίνουν, η αδυναμία πληρωμής δεν είναι κατ’ ανάγκη επιλογή. Μπορεί να είναι αποτέλεσμα οικονομικής ασφυξίας.
Η Διοίκηση δεν πρέπει να μετατρέπει αυτή την ασφυξία σε υπαιτιότητα. Δεν πρέπει να λέει απλώς “δεν πλήρωσες”, χωρίς να εξετάζει αν ο πολίτης μπορούσε πράγματι να πληρώσει. Δεν πρέπει να αντιμετωπίζει την πίεση ως ενοχή.

Η οικονομική αδυναμία δεν είναι ηθική αποτυχία. Είναι πραγματική κατάσταση που πρέπει να ελέγχεται, να αποδεικνύεται και να συνεκτιμάται.
6. Η ρύθμιση δεν αποδεικνύει πάντοτε πραγματική δυνατότητα

Το γεγονός ότι ένας πολίτης μπήκε σε ρύθμιση δεν σημαίνει πάντοτε ότι είχε πραγματική δυνατότητα πληρωμής. Πολλές φορές η ρύθμιση γίνεται υπό πίεση: για να αποφευχθεί κατάσχεση, για να μη χαθεί ενημερότητα, για να συνεχιστεί η εργασία, για να προστατευθεί λογαριασμός ή για να κερδηθεί χρόνος.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ρύθμιση δεν πρέπει να χρησιμοποιείται μηχανικά ως απόδειξη ότι ο πολίτης αναγνώρισε ελεύθερα και πλήρως την οφειλή ή ότι είχε άνεση πληρωμής.
Η ρύθμιση μπορεί να είναι πράξη ανάγκης. Μπορεί να είναι άμυνα απέναντι σε άμεση βλάβη. Μπορεί να είναι προσπάθεια επιβίωσης και όχι αποδοχή της ουσίας της απαίτησης.
Γι’ αυτό πρέπει να εξετάζεται το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η ρύθμιση: τι γνώριζε ο πολίτης, τι στοιχεία είχε, τι πίεση δεχόταν, τι μέτρα κινδύνευε να υποστεί και αν υπήρχε πράγματι ελεύθερη και ενημερωμένη επιλογή.

7. Η πραγματική αδυναμία δεν πρέπει να οδηγεί σε κοινωνικό και επαγγελματικό αποκλεισμό
Όταν ο πολίτης δεν μπορεί να πληρώσει επειδή βρίσκεται σε αντικειμενική οικονομική αδυναμία, δεν πρέπει να οδηγείται αυτομάτως σε αποκλεισμό.
Η απώλεια ασφαλιστικής ή φορολογικής ενημερότητας, οι δεσμεύσεις λογαριασμών, η αδυναμία συμμετοχής σε έργα, η απώλεια πελατών ή η διακοπή επαγγελματικής δραστηριότητας μπορεί να λειτουργήσουν σαν φαύλος κύκλος.

Ο πολίτης δεν μπορεί να πληρώσει επειδή δεν έχει ρευστότητα. Χάνει ενημερότητα. Επειδή χάνει ενημερότητα, δεν μπορεί να εργαστεί ή να εισπράξει. Επειδή δεν μπορεί να εργαστεί ή να εισπράξει, η οφειλή μεγαλώνει. Έτσι η διοικητική πίεση δεν λύνει το πρόβλημα. Το πολλαπλασιάζει.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η Διοίκηση πρέπει να εξετάζει αν τα μέτρα που λαμβάνει επιδεινώνουν την αδυναμία αντί να την αντιμετωπίζουν. Η προστασία του δημοσίου συμφέροντος δεν μπορεί να ταυτίζεται με την οικονομική εξόντωση του πολίτη.

8. Η διάκριση πρέπει να γίνεται πριν από τα μέτρα
Η διάκριση ανάμεσα στον στρατηγικό κακοπληρωτή και στον αντικειμενικά αδύναμο πολίτη πρέπει να γίνεται πριν από την επιβολή σοβαρών μέτρων.

Δεν αρκεί να λέγεται εκ των υστέρων ότι ο πολίτης μπορεί να προσφύγει ή να διαμαρτυρηθεί. Η διοικητική διαδικασία πρέπει να έχει μηχανισμό προληπτικού ελέγχου.

Πριν από δεσμεύσεις, κατασχέσεις, απώλεια ενημερότητας ή άλλα μέτρα που μπορούν να καταστρέψουν την επαγγελματική ή οικογενειακή ζωή, πρέπει να εξετάζεται αν υπάρχει πραγματική δυνατότητα πληρωμής, αν η απαίτηση είναι ορθά υπολογισμένη, αν έχει δοθεί πλήρης ενημέρωση και αν η επιβολή του μέτρου είναι αναλογική.
Αν αυτός ο έλεγχος δεν γίνεται, τότε η Διοίκηση αντιμετωπίζει όλους τους οφειλέτες σαν να είναι ίδιοι. Και αυτό είναι άδικο.
9. Η βασική θέση
Η βασική θέση είναι η εξής:
Η αδυναμία πληρωμής δεν είναι από μόνη της απόδειξη υπαιτιότητας. Η υπαιτιότητα πρέπει να αποδεικνύεται και η αντικειμενική αδυναμία πρέπει να συνεκτιμάται.
Ο πολίτης που δεν πληρώνει επειδή δεν θέλει, ενώ μπορεί, είναι διαφορετική περίπτωση από τον πολίτη που δεν πληρώνει επειδή δεν μπορεί, χωρίς να καταστρέψει τη ζωή, την οικογένεια ή την εργασία του.
Η Διοίκηση οφείλει να ξεχωρίζει αυτές τις περιπτώσεις. Οφείλει να βλέπει τα πραγματικά δεδομένα. Οφείλει να μετρά δυνατότητα, όχι μόνο οφειλή.
Συμπέρασμα

Η αδυναμία πληρωμής δεν πρέπει να μετατρέπεται μηχανικά σε ενοχή. Δεν πρέπει κάθε οφειλή να εμφανίζεται σαν απόδειξη αδιαφορίας, δόλου ή στρατηγικής αποφυγής.

Σε ένα κράτος δικαίου πρέπει να διακρίνεται ο πολίτης που έχει δυνατότητα και δεν πληρώνει από τον πολίτη που δεν έχει πραγματική δυνατότητα να πληρώσει.

Η προστασία του δημοσίου συμφέροντος δεν απαιτεί την εξίσωση όλων των οφειλετών. Απαιτεί δίκαιη διάκριση, έλεγχο, τεκμηρίωση και αναλογικότητα.
Ο πολίτης σε αντικειμενική οικονομική αδυναμία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένοχος επειδή δεν μπόρεσε να υπερβεί το αδύνατο. Πρέπει να προστατεύεται από τη μηχανική διοικητική πίεση και να έχει πραγματική δυνατότητα να αποδείξει την κατάστασή του.