Κείμενο
Όταν ένας πολίτης ή μια επιχείρηση παράγει ένα προϊόν, το προϊόν αυτό δεν εμφανίζεται από το πουθενά. Προκύπτει από εισροές, από υλικά, από υπηρεσίες, από εργαλεία, από τεχνολογία, από εργασία, από χρόνο, από γνώση και από επιχειρηματικό ρίσκο.
Τα τιμολόγια που ζητά ή λαμβάνει η ΑΑΔΕ αποτυπώνουν ένα μέρος αυτής της πραγματικότητας. Δείχνουν ποια αγαθά ή υπηρεσίες αγοράστηκαν, από ποιες επιχειρήσεις, με ποια ΑΦΜ, σε ποιες ποσότητες, με ποιες τιμές και σε ποιες ημερομηνίες. Συνεπώς, όταν η ΑΑΔΕ έχει στη διάθεσή της τα τιμολόγια αυτά, γνωρίζει ή μπορεί να γνωρίζει ότι υπάρχει πραγματική οικονομική κίνηση και παραγωγική δραστηριότητα.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ΑΑΔΕ γνωρίζει τη δική μου τεχνογνωσία. Δεν γνωρίζει κατ’ ανάγκη τη μέθοδο παραγωγής, τη διαδικασία μετατροπής των εισροών σε τελικό προϊόν, την τεχνική δυσκολία, τον χρόνο ανάπτυξης, τις αποτυχίες, τις δοκιμές, τη φθορά, την απώλεια υλικών, το κόστος οργάνωσης, τη μεθοδολογία, την καινοτομία ή την ιδιαίτερη εμπορική λογική που βρίσκεται πίσω από το προϊόν.
Τα τιμολόγια αποδεικνύουν τις εισροές. Δεν αποκαλύπτουν πλήρως τη δημιουργική, τεχνική και επιχειρηματική διαδικασία. Δεν μπορεί, επομένως, η φορολογική διοίκηση να παίρνει ένα μέρος της εικόνας και να το παρουσιάζει ως πλήρη γνώση της πραγματικής παραγωγής.
Αν η ΑΑΔΕ γνωρίζει τα τιμολόγια, τότε δεν μπορεί να αρνείται την ύπαρξη παραγωγικής δραστηριότητας. Αν όμως δεν γνωρίζει τη μεθοδολογία και την τεχνολογία της παραγωγής, τότε δεν μπορεί να υπολογίζει αυθαίρετα το πραγματικό κόστος, το πραγματικό κέρδος ή την πραγματική φοροδοτική ικανότητα χωρίς ειδική, συγκεκριμένη και αποδεικτική ανάλυση.
Η παραγωγή δεν είναι απλή αριθμητική αφαίρεση μεταξύ αγοράς και πώλησης. Αν αγοράζω προϊόντα ή υλικά από εταιρείες με ΑΦΜ και τα μετατρέπω σε νέο προϊόν, η αξία που παράγω δεν εξηγείται μόνο από τα παραστατικά αγοράς. Εξηγείται από τη γνώση, την τεχνική διαδικασία, το σύστημα, την οργάνωση, την εμπειρία, το ρίσκο και τον χρόνο που απαιτούνται για να δημιουργηθεί το τελικό προϊόν.
Επομένως, η ΑΑΔΕ δεν μπορεί να χρησιμοποιεί τα τιμολόγια επιλεκτικά. Δεν μπορεί από τη μία να τα ζητά ως απόδειξη οικονομικής δραστηριότητας και από την άλλη να αγνοεί ότι πίσω από αυτά υπάρχει πραγματική παραγωγή. Ούτε μπορεί να θεωρεί ότι επειδή βλέπει τα τιμολόγια, γνωρίζει αυτόματα και το πλήρες παραγωγικό μοντέλο της επιχείρησης.
Η κρίσιμη διάκριση είναι η εξής: η ΑΑΔΕ μπορεί να γνωρίζει τις δηλωμένες εισροές, αλλά δεν γνωρίζει αυτομάτως την τεχνογνωσία. Μπορεί να γνωρίζει τα παραστατικά, αλλά όχι την πλήρη παραγωγική μεθοδολογία. Μπορεί να γνωρίζει το λογιστικό ίχνος, αλλά όχι την πραγματική επιχειρηματική διαδικασία.
Για τον λόγο αυτό, κάθε συμπέρασμα περί εισοδήματος, κέρδους, φοροδοτικής ικανότητας ή δυνατότητας πληρωμής πρέπει να στηρίζεται σε πλήρη πραγματική εικόνα και όχι σε αποσπασματική διοικητική υπόθεση. Αν η Διοίκηση δεν γνωρίζει την παραγωγική τεχνολογία, δεν μπορεί να υποκαθιστά αυθαίρετα τον παραγωγό. Αν θέλει να αμφισβητήσει την πραγματική εικόνα, οφείλει να το κάνει ειδικά, αιτιολογημένα και με αποδείξεις.




