Κείμενο
Η φορολογική διοίκηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τον πολίτη ως αφηρημένο φορολογικό υποκείμενο, αποκομμένο από την πραγματική οικονομική και κοινωνική του κατάσταση. Η ύπαρξη φορολογικής ή ασφαλιστικής οφειλής δεν αρκεί, από μόνη της, για να δικαιολογήσει μηχανική, άκαμπτη και αδιαφοροποίητη επιβολή μέτρων είσπραξης, προσαυξήσεων, δεσμεύσεων ή κατασχέσεων, ιδίως όταν η αδυναμία πληρωμής δεν αποτελεί προϊόν δόλου ή αδιαφορίας, αλλά αποτέλεσμα ευρύτερης οικονομικής και θεσμικής απορρύθμισης.
Η πραγματική φοροδοτική ικανότητα του πολίτη πρέπει να εξετάζεται όχι μόνο λογιστικά, αλλά και ουσιαστικά. Δεν αρκεί να διαπιστώνεται ότι υπάρχει βεβαιωμένη οφειλή. Πρέπει να εξετάζεται αν ο πολίτης, μετά την κάλυψη του ελάχιστου κόστους αξιοπρεπούς διαβίωσης, έχει πράγματι διαθέσιμο εισόδημα ικανό να καλύψει την απαίτηση της Διοίκησης χωρίς να οδηγείται σε οικονομική, οικογενειακή, επαγγελματική ή προσωπική κατάρρευση.
Η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της περιουσίας, της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της οικογενειακής ζωής δεν μπορεί να υποχωρεί πλήρως μπροστά σε μια τυπική βεβαίωση οφειλής. Η φορολογική αξίωση του Δημοσίου πρέπει να ασκείται εντός των ορίων της αναλογικότητας, της χρηστής διοίκησης, της δίκαιης κατανομής των δημόσιων βαρών και της πραγματικής δυνατότητας συμμόρφωσης του διοικουμένου.
Ιδίως σε περιπτώσεις όπου η οικονομική αδυναμία του πολίτη έχει επηρεαστεί από συστημικούς παράγοντες, όπως η τραπεζική κρίση, η απώλεια περιουσίας, η αδυναμία χρηματοδότησης, οι καταχρηστικές ή δυσανάλογες τραπεζικές πρακτικές, οι τιτλοποιήσεις, οι κρατικές εγγυήσεις, η μετακύλιση ιδιωτικών ζημιών στο κοινωνικό σύνολο και η γενικότερη αύξηση του κόστους διαβίωσης, η φορολογική διοίκηση οφείλει να συνεκτιμά την πραγματική αιτία και έκταση της αδυναμίας πληρωμής.
Η ΑΑΔΕ δεν μπορεί να απαιτεί από τον πολίτη να ανταποκριθεί σε φορολογικές και λοιπές δημόσιες υποχρεώσεις σαν να λειτουργεί σε συνθήκες κανονικής οικονομικής ισορροπίας, όταν η ίδια η κρατική και θεσμική λειτουργία έχει συμβάλει, άμεσα ή έμμεσα, στη δημιουργία οικονομικής ασφυξίας. Δεν μπορεί να αγνοείται ότι ο πολίτης καλείται ταυτόχρονα να καλύψει βασικές ανάγκες διαβίωσης, κόστος κατοικίας, διατροφής, υγείας, μετακινήσεων, επικοινωνίας, οικογενειακών υποχρεώσεων, επαγγελματικών εξόδων, ασφαλιστικών εισφορών και λοιπών αναγκαίων δαπανών.
Η είσπραξη φόρων δεν μπορεί να μετατρέπεται σε μηχανισμό αφαίρεσης των στοιχειωδών μέσων διαβίωσης. Η έννομη τάξη δεν προστατεύει απλώς την απαίτηση του Δημοσίου, αλλά και τον άνθρωπο που καλείται να την εκπληρώσει. Όταν η εκπλήρωση μιας φορολογικής υποχρέωσης συνεπάγεται πρακτικά την αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών, τότε η Διοίκηση οφείλει να εξετάζει αν η απαίτηση, ο τρόπος είσπραξης και τα μέτρα εκτέλεσης είναι συμβατά με την αρχή της αναλογικότητας και με την πραγματική φοροδοτική ικανότητα.
Η τυπική ύπαρξη οφειλής δεν αναιρεί την υποχρέωση εξατομικευμένης κρίσης. Η Διοίκηση δεν μπορεί να ενεργεί σαν να πρόκειται για απλό λογιστικό υπόλοιπο, χωρίς να εξετάζει αν η εφαρμογή των μέτρων οδηγεί σε δυσανάλογη βλάβη του πολίτη, σε απώλεια κατοικίας, σε αδυναμία επαγγελματικής συνέχειας, σε οικογενειακή απορρύθμιση ή σε πλήρη οικονομική αδυναμία.
Το ζήτημα καθίσταται ακόμη σοβαρότερο όταν το κράτος, μέσω πολιτικών επιλογών, νομοθετικών παρεμβάσεων, τραπεζικών διασώσεων, εγγυητικών σχημάτων ή ανοχής σε πρακτικές που επιβαρύνουν την κοινωνία, έχει συμβάλει στη διαμόρφωση του ίδιου οικονομικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ο πολίτης αδυνατεί να πληρώσει. Σε αυτή την περίπτωση, η επίκληση της ατομικής ευθύνης του φορολογουμένου είναι ελλιπής και άδικη, εφόσον αποσιωπά τους μηχανισμούς που περιόρισαν την πραγματική του δυνατότητα πληρωμής.
Δεν μπορεί το κράτος να μετακυλίει συστημικές βλάβες στον πολίτη και στη συνέχεια να τον αντιμετωπίζει ως αποκλειστικά υπαίτιο επειδή δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί σε υποχρεώσεις που υπερβαίνουν την πραγματική του οικονομική δύναμη. Η φορολογική απαίτηση πρέπει να εξετάζεται μέσα στο πραγματικό οικονομικό πλαίσιο, και όχι μέσα σε μια τεχνητή λογιστική εικόνα που αγνοεί το κόστος επιβίωσης και τις εξωγενείς αιτίες της αδυναμίας.
Η φοροδοτική ικανότητα δεν είναι θεωρητικό μέγεθος. Είναι πραγματική δυνατότητα. Αν μετά την κάλυψη του ελάχιστου κόστους αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν απομένει διαθέσιμο εισόδημα, τότε η επιβολή πρόσθετων βαρών, προσαυξήσεων, μέτρων αναγκαστικής είσπραξης ή κατασχέσεων δεν υπηρετεί τη δικαιοσύνη, αλλά παράγει νέα βλάβη. Δεν αποκαθιστά τη δημοσιονομική ισορροπία, αλλά μετατρέπει τον πολίτη σε αντικείμενο διαρκούς οικονομικής αφαίμαξης.
Η ΑΑΔΕ οφείλει, πριν από την επιβολή ή διατήρηση δυσμενών μέτρων, να συνεκτιμά:
α) το πραγματικό εισόδημα του πολίτη,
β) το ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης,
γ) τις αναγκαίες οικογενειακές, στεγαστικές, υγειονομικές και επαγγελματικές δαπάνες,
δ) την ύπαρξη εξωγενών αιτιών οικονομικής αδυναμίας,
ε) τη σχέση της οφειλής με ευρύτερους συστημικούς και τραπεζικούς μηχανισμούς βλάβης,
στ) τον κίνδυνο δυσανάλογης προσβολής της περιουσίας και της προσωπικής ζωής,
ζ) την ανάγκη αποφυγής μέτρων που οδηγούν σε οικονομική εξόντωση αντί σε πραγματική ρύθμιση.
Η φορολογική διοίκηση δεν μπορεί να παραγνωρίζει ότι η είσπραξη δημοσίων εσόδων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αποκομμένο από το Σύνταγμα, την κοινωνική πραγματικότητα και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Το Δημόσιο δεν δικαιούται να απαιτεί από τον πολίτη οικονομική συμπεριφορά αδύνατη στην πράξη και στη συνέχεια να τον τιμωρεί επειδή δεν πραγματοποίησε το αδύνατο.
Συνεπώς, κάθε πράξη βεβαίωσης, είσπραξης, δέσμευσης, κατάσχεσης ή αναγκαστικής εκτέλεσης πρέπει να ελέγχεται υπό το πρίσμα της πραγματικής φοροδοτικής ικανότητας, της αναλογικότητας, της προστασίας της περιουσίας, της ελάχιστης αξιοπρεπούς διαβίωσης και της ανάγκης να μη μετατρέπονται οι συστημικές βλάβες του τραπεζικού, πολιτικού και δημοσιονομικού μηχανισμού σε ατομική καταδίκη του πολίτη.
Η ΑΑΔΕ δεν μπορεί να λειτουργεί ως μηχανικός εισπρακτικός μηχανισμός, όταν η ίδια η κρατική και θεσμική πραγματικότητα έχει συμβάλει στην οικονομική αδυναμία του πολίτη.